Όταν ο Ταγίπ  επιβιβάζεται σε... βαγόνια

Γράφει ο
Γιάννης Χ. Μουρατίδης*

Διάβασα το ειδικό αφιέρωμα στην Τουρκία. Συγκρατώ το επιχείρημα του hands-on αλλά και scholarly διεθνολόγου Γιάννη Ιωάννου, ότι το τρένο του 2003 στο οποίο επιβιβάστηκε ο Τούρκος ηγέτης μπορεί να μην έχει φτάσει ακόμα στον προορισμό του, αλλά ο τερματικός σταθμός του μετονομάζεται από Κεμάλ Ατατούρκ σε Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν. Και πρέπει να αναζητήσουμε ρηξικέλευθες προσεγγίσεις όσο παραμένει στο βαγόνι του 2003, προτού αποβιβαστεί στον τερματικό σταθμό που θα φέρει το όνομά του, ή προτού το βαγόνι εκτροχιαστεί και μαζί του εκτροχιάσει και εμάς, σε Ελλάδα και Κύπρο. Σε κάθε περίπτωση, οι επικείμενες εκλογές θα επισφραγίσουν την εγκαθίδρυση μιας μονοπρόσωπης διακυβέρνησης, με τυπική και ουσιαστική ενσωμάτωση της εθνικιστικής ρητορικής του Ντεβλέτ Μπαχτσελί, ηγέτη του ΜΗΡ (σ.σ. Milliyetçi Hareket Partisi, Κόμμα Εθνικιστικής Δράσης), ήτοι την εμπέδωση ενός ερντογανικού συστήματος εξουσίας (ένα post-coup Sistema που o Ιωάννου μεταγράφει με -y- ως Systema επιδιώκοντας αμφισημία με το ομώνυμο ρωσικό άθλημα πολεμικών τεχνών).

Προσωπικά, πιστεύω ότι τα πράγματα στην Τουρκία μετά από πολλά χρόνια έχουν αρχίσει να παίρνουν σχήμα από τις αχτίδες του ιστορικού φωτός που αρχικά χαϊδεύουν και σταδιακά αποκαλύπτουν εν συνόλω, βγάζοντας από το σκοτάδι του άρρητου και του δυσερμήνευτου, τους ηγέτες εκείνους που έχουν την ευχή ή κατάρα να ηγούνται αδιάλειπτα για δεκαπέντε χρόνια. Έχω ήδη παρακολουθήσει την πνευματική και πολιτική ιστορία της ιδεολογικής επεξεργασίας στην οποία ανδρώθηκε ο Ερντογάν, από το 1950 έως και το 2002. Το γραφεία του κόμματός του έχουν γεωγραφική κατανομή στον τουρκικό χάρτη που αλληλεπικαλύπτεται από εκείνη των τραπεζικών υποκαταστημάτων του Islamic Finance. Πολιτικά, ο Ερντογάν σμίλεψε ένα κόμμα που αφουγκράστηκε την επί δεκαετίες καταπιεσμένη φωνή των μιναρέδων, ωστόσο οργανωτικά και θεσμικά, ως διάδοχο σχήμα αυτών του Ερμπακάν και με προϊούσα εμπειρία αποτυχιών στον «μεσαίο χώρο», στήθηκε πάνω στα επαγγελματικά δίκτυα των μουσουλμάνων βιοτεχνών που πρωτοαπέκτησαν πρόσβαση σε τραπεζικές πιστώσεις επί Οζάλ. Οι καρποί της πολιτικής του τελευταίου, έσπρωξαν την ισλαμοαστική «Μεταρρύθμιση» της μακρινής πατρίδας μου Καισάρειας και άλλων γειτονικών περιοχών να αναζητά πολιτικό εκφραστή και ο Ερντογάν είδε το window of opportunity. Χαρακτηριστικό είναι ότι το 2004, μέσα σε μία μόνο ημέρα, ιδρύθηκαν στην Καισάρεια της Καππαδοκίας 139 επιχειρήσεις. Μία εξ αυτών ανήκε στον Χατζή Μποϊντάκ, μεγάλο οικονομικό παράγοντα, και χαρακτηριστικό εκπρόσωπο του φαινομένου των «Τίγρεων της Ανατολίας» (Ιστικμπάλ, Μποϊτάς), που στα βαφτίσια του αθλητικού σταδίου της Καισάρειας το τελευταίο πήρε τιμής ένεκεν το όνομά του (Boydak Arena). Ωστόσο, μετά το «γκιουλενικό» πραξικόπημα, η αστυνομία τον συνέλαβε μαζί με άλλα δύο ανώτερα στελέχη της εταιρείας και τους φυλάκισε κοντά στην Άγκυρα. Τα περιουσιακά στοιχεία του κατασχέθηκαν και οι εταιρείες του τέθηκαν σε καθεστώς πτώχευσης. Το στάδιο στην Καισάρεια ξαναβαφτίστηκε. Και η περίπτωση Μποϊντάκ είναι απλώς ενδεικτική.

Η ισλαμοαστική τάξη στην Τουρκία, με δικά της συνδικαλιστικά όργανα και θεσμικές δομές έναντι των κεμαλικών επιχειρηματιών του «Παλαιού Καθεστώτος», έγινε αρχικά αρκετά ισχυρή ώστε να απαιτήσει τοπική (Ανατολία), στη συνέχεια εθνική (Τουρκία), και έπειτα περιφερειακή κυριαρχία (Βαλκάνια, Μέση Ανατολή). Η συμπόρευση του Ερντογάν με τον Μπαχτσελί δεν σηματοδοτεί μια νέα άνοδο του πολιτικού Ισλάμ στην Τουρκία, αλλά την είσοδο στην τελική παρακμή του, στο Dar-al-Harb μιας ώριμης τοπικά ισλαμοαστικής ανόδου που επιχειρεί να ανέλθει με παραληρηματικές αξιώσεις σε περιφερειακό επίπεδο, έπειτα από την ανάδειξη ευκαιριακών συμμάχων αλλά και «χρήσιμων ηλιθίων» κατά την Αραβική Άνοιξη και ύστερα από την εμφιλοχώρηση φαινομένων εκτεταμένης διαφθοράς στο ερντογανικό περιβάλλον. Το αρχικά πολλά υποσχόμενο ταξίδι μιας τάξης προς την πραγμάτωση των ιδανικών της, με τερματικό σταθμό όμως την πλήρη ενσωμάτωση και προώθηση της εθνικιστικής ατζέντας που είναι βλαπτική για τις επενδύσεις και την οικονομική σταθερότητα, σηματοδοτεί την πολιτική διάρρηξη των δεσμών της συγκεκριμένης κοινωνικής τάξης με τα άμεσα συμφέροντά της, και θα οδηγήσει στην πτώση του ειδικού της βάρους μέσα στους συσχετισμούς του παγκόσμιου καπιταλιστικού realm, το οποίο συνιστά τετραλκυνστίδα ανάμεσα σε δυτικά (αγγλοσαξωνικά, ευρωπαϊκά, ρωσικά) και ισλαμογενή χρηματοοικονομικά κέντρα.

Ταυτόχρονα, η διάρρηξη των δεσμών του ΑΚP με μερίδα της  κοινωνικής και οικονομικής πρωτοπορίας που το ανέβασε αρχικά στην εξουσία (μέσω των πολιτικών και οικονομικών διώξεων που της ασκεί μετά το πραξικόπημα) και ο θανάσιμος εναγκαλισμός του τοπικά προσανατολισμένου ισλαμοαστισμού με τον περιφερειακά προσανατολισμένο εθνοϊσλαμισμό (μέσω επικαιροποίησης της τουρκοϊσλαμικής σύνθεσης του ‘80) θα μεταμορφώσει σταδιακά το AKP (υπό την αίρεση ότι θα επέλθει οικονομικό recession και depression), σε ένα αντικαπιταλιστικό κόμμα, με κρατικιστικά ανακλαστικά και αντιεπενδυτική συμπεριφορά σε όλα τα επίπεδα (θεσμικά, πολιτικά, στρατιωτικά). Η δε κοινοβουλευτική δημοκρατία της Μεγάλης Τουρκικής Εθνοσυνέλευσης θα μετατραπεί σε ενός ανδρός αρχή, που θα κλυδωνιστεί ανεπανόρθωτα μετά τον θάνατο του ηγέτη, οδηγώντας σε επώδυνες διαλυτικές τάσεις. Η μοίρα του AKP τελικά, θα είναι ευθέως συνδεδεμένη με τον πιθανό επαναπροσδιορισμό των ισλαμογενών χρηματοδοτήσεων και επενδύσεων στο πολιτικό σύστημα της Τουρκίας. Η Ελλάδα πρέπει να μεταρρυθμιστεί διαρθρωτικά με φιλικό επενδυτικό περιβάλλον και κοινωνική προστασία ώστε να είναι σε θέση να απορροφά την μετατόπιση επενδυτικών κεφαλαίων από την τουρκική αποσταθεροποίηση, που βαίνει αυξανόμενη. Αυτό το ελληνικό σχέδιο προσέλκυσης επενδύσεων με την κωδική ονομασία «κοκκαλάκι της μπριζόλας» από την πρώην δεύτερη σε ρυθμούς ανάπτυξης χώρα μετά την Κίνα, μπορεί να αποβεί και συνταγή πολιτικής σταθεροποίησης της χώρας μας, επούλωσης των πληγών από την δεκαετή ύφεση, και ανάπτυξης στρατηγικών συμμαχιών με civic-minded περιφερειακούς δρώντες.

Το τουρκικό Systema οικοδομήθηκε διαδοχικά μέσα από την αμφισβήτηση της ισοπεδωτικής κοσμικότητας του κεμαλισμού, την πρωτοφανή ισλαμοαστική οικονομική άνοδο (Ανατολία, MUSIAD), την διείσδυση του μη τουρκικού ισλαμογενούς κεφαλαίου στην τουρκική ύπαιθρο, τις επάλληλες εκλογικές νίκες του ΑΚΡ που επισφράγισαν την οπισθοχώρηση των κεμαλιστών, την ευθεία αμφισβήτηση περιφερειακών συμμάχων (Ισραήλ), την άρνηση του ευρωπαϊσμού, τις απηνείς διώξεις αντιφρονούντων (FETO), την σταθεροποίηση ευαίσθητων σχέσεων (Ρωσία), τον αγώνα ενάντια στο κουρδικό κίνημα, καθώς και μία συνταγματική θεσμοποίηση του πολιτικού αυταρχισμού. Το ερώτημα για την χώρα μας παραμένει πώς θα μετουσιώσει τα προοδευτικά-δημοκρατικά της αντανακλαστικά στη μετά-μνημόνιο εποχή, σε μια νέα cultural-entrepreneurial identity που θα καταφέρει να αξιοποιήσει το κοκκαλάκι της μπριζόλας, παραμένοντας συμβατή τόσο με το ευρωπαϊκό ιδεώδες όσο και με την εθνική-κοινωνική στόχευση, και ισορροπώντας πάντοτε στην κινούμενη άμμο των περιφερειακών υποσυστημάτων όπου (δεν μπορεί παρά να) δραστηριοποιείται.

* Ο Γιάννης Χ. Μουρατίδης είναι διπλωματούχος Διεθνών Σχέσεων (Πανεπιστήμιο Πειραιά) και μέλος του Συλλόγου Μεταφραστών-Επιμελητών-Διορθωτών. Έχει δημοσιεύσει το ιστορικό δοκίμιο «Η νήσος Χίος υπό οθωμανική κυριαρχία: ανέκδοτο στα ελληνικά κείμενο για το διοικητικό σύστημα της Χίου επί Τουρκοκρατίας και τη Σφαγή του 1822», σε συνεργασία με την Περιφέρεια Βορείου Αιγαίου (2017). Εργάζεται ως τεχνικός ψηφιακού κειμένου για την εταιρεία Cleverdigital. Κατοικεί μόνιμα στη Ρόδο.