Το νησί εκπέμπει ΣΟΣ

Γράφει ο
Θάνος Ζέλκας

 

Βλέποντας όλα αυτά τα “μεγαθήρια” του τουρισμού να οικοδομούνται πάνω στο νησί μας, τα συναισθήματα είναι ανάμεικτα. Από τη μια η αυξημένη ζήτηση που έχει ο τόπος μας και για οι  τεράστιες επενδύσεις που γίνονται σε επιχειρηματικό επίπεδο μας προκαλούν συναισθήματα ικανοποίησης. Από την άλλη όμως, έντονος είναι ο προβληματισμός όσον αφορά τη διαχείριση των φυσικών μας πόρων αλλά και τις υποδομές του νησιού. 

Κάθε νέα μονάδα που εγείρεται, σημαίνει ταυτόχρονα επιπλέον κατανάλωση ηλεκτρικού ρεύματος και νερού, επιπλέον λύματα, επιπλέον απορρίμματα. Όλα αυτά χωρίς να συνυπολογίσουμε την επιβάρυνση που υφίσταται όλο το οδικό δίκτυο του νησιού και το περιβάλλον στους μήνες της αυξημένης ζήτησης από τα λεωφορεία και τα χιλιάδες ενοικιαζόμενα αυτοκίνητα. 
Ίσως το θέμα αυτό να αποτελεί ένα ταμπού για τους τοπικούς άρχοντες, καθώς θεωρούν ότι αν το αγγίξουν εναντιώνονται στα συμφέροντα των κατοίκων που ζουν κατά κύριο λόγο από τον τουρισμό. Στην πραγματικότητα όμως το θέμα αυτό είναι ζωτικής σημασίας τόσο για το πανέμορφο νησί μας όσο και για τη βιωσιμότητα των κατοίκων του. 

Ας το εξετάσουμε από τη μεριά των φυσικών πόρων. Κάνοντας συνεχόμενες γεωτρήσεις και χρησιμοποιώντας το διαθέσιμο νερό για τις ανάγκες του τουρισμού, κινδυνεύουμε να μείνουμε εμείς οι ίδιοι χωρίς το πολύτιμο αυτό αγαθό. Ίσως θα έπρεπε να θεσμοθετηθεί εδώ και πολλά χρόνια ότι όποιος επιθυμεί να δημιουργήσει μεγάλη ξενοδοχειακή μονάδα να υποχρεούται παράλληλα να έχει και μια μονάδα αφαλάτωσης για τις ανάγκες των πελατών του.

Από τη μεριά της ενέργειας, είναι πλέον εμφανές ότι η διαθέσιμη ισχύς δεν είναι αρκετή για να καλύψει τα φώτα, τις κουζίνες και τα κλιματιστικά κατά τους καλοκαιρινούς μήνες. Ενώ λοιπόν σε όλη την Ευρώπη προσπαθούν να εκμεταλλευτούν τον ήλιο και τις άλλες ήπιες μορφές ενέργειας, εμείς που τα έχουμε άπλετα επιμένουμε στο λιγνίτη. Κι εδώ ένα πολύ χρήσιμο μέτρο θα ήταν να υποχρεούνται όλες οι μεγάλες ξενοδοχειακές μονάδες να καλύπτουν ένα πολύ μεγάλο μέρος της κατανάλωσής τους με ιδίους πόρους. Αλλιώς όσα εργοστάσια και να χτίσουμε ποτέ δεν θα επαρκεί το ρεύμα. 

Όσον αφορά τα λύματα και τα απορρίμματα, εκεί είναι ακόμα πιο τραγικά τα πράγματα. Το περιβάλλον θα μας εκδικηθεί πολύ άσχημα κάποια στιγμή για όλα αυτά τα κακά που του προκαλούμε. Κάποιες προηγμένες χώρες έχουν φθάσει σε τέτοια επίπεδα αξιοποίησης των απορριμμάτων που εισάγουν και από άλλες χώρες γιατί εξασφαλίζουν μεγάλα ποσά απ’ αυτή τη δραστηριότητα. Εδώ ούτε λόγος για ανακύκλωση. Έχουμε μείνει στις ασκήσεις επί χάρτου.

Αλλά και από το οδικό δίκτυο να το εξετάσουμε το θέμα πάλι “πονάει”. Με δύο ουσιαστικά οδικές αρτηρίες, εκ των οποίων η δυτική είναι η πιο βεβαρημένη, δεν έχουμε τη δυνατότητα να υποστούμε κι άλλη συγκοινωνιακή συμφόρηση. Η ταλαιπωρία, η μόλυνση της ατμόσφαιρας και τα τροχαία ατυχήματα, ιδιαίτερα κατά το καλοκαίρι είναι σε ημερήσια διάταξη. 

Τέλος ακόμα και κοινωνικά να εξετάσουμε το ζήτημα, η τοπική κοινωνία δεν είναι κερδισμένη στο βαθμό που θα περίμενε κάποιος. Η υιοθέτηση του συστήματος του “βραχιολιού” είναι μια ωρολογιακή βόμβα για την οικονομία του νησιού, η οποία κανείς δε γνωρίζει πότε θα εκραγεί. Παρότι η Ρόδος κάθε χρόνο “πνίγεται” από κόσμο, εντούτοις οι εμπορικές επιχειρήσεις βλέπουν τα εισοδήματά τους να συρρικνώνονται. Οι μεγάλες αλυσίδες έχουν αρχίσει να κατακλύζουν την περιοχή και η φορολογία σε συνδυασμό με την οικονομική κατάσταση, κυριολεκτικά σκοτώνουν τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις. 

Προφανώς και χαιρόμαστε που το νησί μας είναι κοσμοπολίτικο και που άνθρωποι απ’ όλο τον κόσμο επιθυμούν να το επισκεφθούν. Μήπως όμως η τακτική που ακολουθούμε είναι επιζήμια για εμάς τους ίδιους; Μήπως το εφήμερο κέρδος προκαλέσει στο τέλος τα ακριβώς αντίθετα αποτελέσματα απ’ αυτά που επιδιώκουμε;