Λεξιστορείν: Την σκαπούλαρα!

Το ρήμα σκαπουλάρω σημαίνει δραπετεύω, απαλλάσσομαι από έναν σοβαρό κίνδυνο ή κατάσταση, αποθεραπεύομαι (για άρρωστο). Η λέξη ετυμολογείται από τη  λατινική λέξη  excapulare = γλυτώνω από την αγχόνη (ex + capulus = η θηλιά, η αγχόνη).

Στη συνέχεια «πέρασε»  στα ιταλικά ως scapolare  με τη γενική  σημασία «ξεφεύγω από σοβαρό κίνδυνο» και με ειδικότερη σημασία στη ναυτική ορολογία «αποφεύγω κάποιον κίνδυνο - εμπόδιο στην πλοήγηση, ή ξεμαγκώνω κάτι (όπως την άγκυρα ή τον κάβο) όταν έχει κολλήσει κάπου».