Το πορτρέτο ενός ταπεινού ιερέα της Ρόδου

Γράφει ο Κυριάκος Μ. Χονδρός

Η καταγραφή της προσωπικότητας του ανθρώπου, ο βιος του και η δραστηριότητά του, είναι ένα ενδιαφέρον κεφάλαιο, από κάθε άποψη.

Ο πρώτος που μας έδωσε λεπτομερείς καταγραφές είναι ο Όμηρος με τους ήρωες του και τα δύο αθάνατα έργα του. Από τότε μέχρι σήμερα οι βιογραφίες των ανθρώπων συνεχίζονται να βγαίνουν στη δημοσιότητα και να διαβάζονται σε βιβλία, να τις βλέπουμε στον κινηματογράφο ή να τις ακούμε στο ραδιόφωνο.

Τα τελευταία χρόνια, οι αυτοβιογραφίες και οι βιογραφίες, αποτελούν πνευματικές δημιουργίες. Πολλά από αυτές έχουν παιδαγωγικό χαρακτήρα, αποτελούν πηγή γνώσεων και συγκεντρωμένης σοφίας. Άλλες μας εντυπωσιάζουν και άλλες είναι εντελώς αδιάφορες, γιατί απλούστατα δεν έχουν κάτι να πουν.

Η τελευταία εργασία του φίλου και παλιού συνεργάτη Κώστα Ε. Σκανδαλίδη, «Παπά-Στέργος Μανώλακας: το πορτρέτο ενός ταπεινού και χαρισματικού λευίτη, Ρόδος 2018», αποτελεί μια εξαιρετική μελέτη την οποία θα ζήλευε κάθε συγγραφέας που τον αφορά η τοπική και γενική ιστορία, η λαογραφία και κυρίως ο ακατάβλητος αγώνας του απλού ανθρώπου. Του απλού εκείνου ανθρώπου που καθορίζει το τόπο και την ιστορία.

Το βιβλίο προλογίζουν ο Μητροπολίτης Ρόδου Κύριλλος και η εκπαιδευτικός Δώρα Παρδάλη-Σωτρίλλη και τυπώθηκε και βιβλιοδετήθηκε στην «Αλφάβητο» (Αθήνα).

Ο συγγραφέας, ξεκινά (χωρίς εισαγωγή), με τον τόπο και την ιστορία. Με τον τρόπο αυτό ο αναγνώστης έρχεται σε επαφή με τον γεωγραφικό χώρο, το χρόνο, τις συνθήκες και το κλίμα που επικρατεί (σελ. 11-38). Είναι μια απαραίτητη εργασία, για να αξιολογήσει ο αναγνώστης πού ακριβώς εξελίσσεται η ιστορία. Η τόση Μικρή και η τόσο Μεγάλη.

Δεν νομίζουμε πως μπορεί κανείς να αρχίσει να μιλά για ένα θέμα που αφορά ένα λαό, αν προηγουμένως δεν ανατρέξει στη σύνθεση και στην παρουσίαση του τόπου, τη σχέση και τα αίτια. Στη συνέχεια ο Κ. Σκανδαλίδης, καταγράφει ένα σύντομο βιογραφικό (σελ. 38-40), χωρίς φκιασίδια, χωρίς πλουμίδια. Έτσι απλά. Σε δυο σελίδες μια ολόκληρη ζωή!

Και από εδώ ξεκινά μια αυτοβιογραφία την οποία επεξεργάστηκε ο Κ. Σκανδαλίδης, με μεγάλη προσοχή, με σημειώσεις για τα φωνητικά, γλωσσικά, συντακτικά, με αναφορές σε πηγές και βιβλιογραφία, χωρίς να προδώσει το ύφος και την προσωπική ταυτότητα του ήρωα-παπά (σελ. 43-98). Ένα καλογραμμένο κείμενο που όχι μόνο δεν κουράζει, αλλά ξεδιπλώνει ευχάριστα άγνωστες σελίδες της νεότατης ιστορίας, τη μάχη ενός ανθρώπου για να πετύχει στη ζωή, φέρει στο φως κεφάλαια χρήσιμα για τους νέους ανθρώπους  και γενικά η καταγραφή αποτελεί κληροδότημα ανεκτίμητο. 

Επίσης αποτελεί ένα ακόμα κεφάλαιο για την ροδιακή και δωδεκανησιακή Εκκλησία.

Ο αιωνόβιος σχεδόν ιερέας, έχει εκτός από το προσόν να διηγείται, αυτοσαρκάζεται και διαθέτει ένα σπάνιο χιούμορ, στοιχεία που προσθέτουν αξιολογικές βαθμίδες.

Ακολουθούν εξιστορήσεις, άλλων ανθρώπων, με το ίδιο ενδιαφέρον και την ίδια αφηγηματική απόλαυση (σελ. 99-149), για τον παπα-Στέργο. Εννιά αφηγητές, που ανάμεσά τους γεννήθηκαν το 1921, το 1930 και το 1932.

Οι έμπειροι άνθρωποι όταν μπορούν και έχουν το χάρισμα να μεταδίδουν τη πείρα, τη γνώση και τη σοφία τους στους άλλους, γεγονός πολύ σπάνιο, τότε (και το γνωρίζουν ίσως) ωφελούν το γενικό συμφέρον. Τα λόγια τους δεν πάνε χαμένα. Και σήμερα και αύριο, θα έρθουν γενιές που θα θελήσουν να μάθουν Εκείνο τον κόσμο των πατεράδων και των παππούδων μας που έσβησε, που έφυγε για πάντα.

Ας κρατούν σήμερα τις μικρές θαυματουργές ηλεκτρονικές συσκευές.

Θα έρθει ένας καιρός που θα αναζητήσουμε το παρελθόν για να προχωρήσουμε στο μέλλον. Χωρίς βεβαίως υπερεκτιμήσεις.

Ο 97χρονος παπάς, θα πρέπει να είναι αρκετά ικανοποιημένος από το αποτέλεσμα αυτό. Δεν είναι καθόλου εύκολο να σκιαγραφήσεις, να καταγράψεις και να παρουσιάσεις μια ολόκληρη ζωή μέσα σε 180 σελίδες.
Κάποιος Γάλλος διανοούμενος είχε πει κάποτε «όταν το βιβλίο που διαβάζεις ανεβάζει το ηθικό σου και γιομίζει την καρδιά σου με αισθήματα ευγενικά, τότε μη ζητά να κρίνεις με άλλο τρόπο το έργο. Είναι καλό και γραμμένο από ριστοτέχνη της πέννας».

Ο Κώστας Ε. Σκανδαλίδης, θα πρέπει να σπατάλησε πολύ χρόνο και πολύ κόπο για να «ζωγραφίζει» το πορτρέτο, ενός χαρισματικού ανθρώπου, να διασταυρώσει τις πηγές του, να βρει φωτογραφικό και αρχειακό υλικό, να ανατρέξει σε βιβλιογραφία, να σκύψει με σεβασμό και αγάπη στο πόνημά του.

Μα, την ίδια συνέπεια, την ίδια κοπιαστική δουλειά δεν έχει κάνει όταν έγραφε για τον Κωνσταντίνο Καβάφη ή για τον Γιώργο Κάβουρα και σε πόσες άλλες εργασίες του;