Βαρηκοΐα-Κώφωση και οι γλωσσικές διαταραχές

Γράφει η Χαραλαμπία Λεοντίτση
Ειδική Λογοπαθολόγος, Ειδική παιδαγωγός νηπιαγωγός

 

Για την ανάπτυξη της ομιλίας πρωταρχικό ρόλο παίζει η φυσιολογική ακοή. Ένα παιδί αναπτύσσει το λόγο του μέχρι την ηλικία των πέντε ετών, ένας κόσμος με μειωμένα ή χωρίς ηχητικά ερεθίσματα, στερεί τη δυνατότητα της ομιλίας. 

Η βαρηκοΐα είναι η μειωμένη ακουστική ικανότητα, ενώ η κώφωση είναι η ολική απώλεια της ακοής. Η βαρηκοΐα – κώφωση ένα από τα συχνότερα προβλήματα που επηρεάζουν την ανάπτυξη του λόγου και της ομιλίας. Όταν ένα παιδί καθυστερεί να μιλήσει η πρώτη σκέψη είναι αν ακούει καλά.

Συνήθως η απώλεια ακοής δεν συνοδεύεται από νοητική υστέρηση αν και κάποιος αριθμός παιδιών μπορεί να παρουσιάζει νοητικά προβλήματα συνήθως λόγω κρανιοεγκεφαλικής κάκωσης μηνιγγίτιδας και ερυθράς.

Τα παιδιά μπορεί να έχουν προβλήματα όρασης. Ακόμη μπορεί να παρουσιάζουν συμπεριφορικά και συναισθηματικά προβλήματα και μαθησιακές δυσκολίες.

Οι διαταραχές στην έκφραση της γλώσσας αναφέρονται σαν τηλεγραφικος λόγος δηλαδή χρησιμοποιούν πολλές σύντομες φράσεις που περιέχουν ουσιαστικά ρήματα και επίθετα δεν υπάρχουν προθέσεις αντωνυμίες άρθρα και σύνδεσμοι. Ο τηλεγραφικός λογος παρατηρείται σε παιδιά με σοβαρή βαρηκοΐα κώφωση. η γραμματική είναι λιγότερο ανεπτυγμένη από το λεξιλόγιό και παρουσιάζει άτυπη απόκλιση από τις φυσιολογικές τιμές. 

Η μορφολογία είναι μειωμένη στην χρήση αλλά και στην κατανόηση των εξαρτημένων μορφημάτων (καταλήξεις). Οι φράσεις είναι στερεότυπες  χρησιμοποιούν λάθος το αόριστο άρθρο και πιο συχνά το οριστικό. Η κατανόηση περίπλοκων συντακτικών μορφών είναι μειωμένη. Τα βαρήκοα παιδιά κατανοούν εύκολα προτάσεις με απλή συντακτική δομή (υποκείμενο ρήμα αντικείμενο).

Οι έρευνες έδειξαν ότι τα βαρήκοα παιδιά αναπτύσσουν τη μορφή της γλώσσας με εξαιρετικά αργό ρυθμό για αυτό σε μεταγενέστερα στάδια παρουσιάζουν αποκλίσεις στη μορφή από το φυσιολογικό. Το λεξιλόγιό τους είναι μειωμένο και περιορίζεται σε συγκεκριμένες έννοιες. Οι κατηγορίες περιεχομένου που περιέχουν περισσότερες περιπτώσεις ύπαρξης (κατονομασία) δηλαδή παρά πράξεις (ρήματα).

Αν και στα παιδιά  που μαθαίνουν να επικοινωνούν με τη νοηματική γλώσσα δεν παρατηρείται λιγότερη χρήση ρημάτων. Ειδικά οι έννοιες των ρημάτων που χρησιμοποιούνται εκφραστικά είναι πιο συγκεκριμένες από ότι των ακουόντων συνομηλίκων. Υπάρχει δυσκολία στην κατάκτηση αφηρημένων εννοιών , εννοιών ποσότητας και χρονικών εννοιών. 

Τα βαρήκοα κωφά παιδιά χρησιμοποιούν πολλά είδη επικοινωνιακών λειτουργιών είτε μέσα από τον προφορικό λόγο είτε με τη βοήθεια χειρονομιών. Παρόλα αυτά ο αριθμός των επικοινωνιακών συναλλαγών είναι περιορισμένος το ίδιο και η χρήση ερωτήσεων.

Γενικά θα μπορούσαμε να περιγράψουμε τη διαταραχή της γλώσσας στη βαρηκοΐα σαν μία διαταραχή στην αλληλεπίδραση της μορφής στο περιεχόμενο και τη χρήση.

Τα βαρήκοα-κωφά παιδιά της προσχολικής ηλικίας γνωρίζουν αντικείμενα και γεγονότα δηλαδή έχουν ένα σχετικά καλά ανεπτυγμένο περιεχόμενο ξέρουν να συναλλάσσονται επικοινωνιακά με το περιβάλλον τους χρησιμοποιούν γλωσσικές και μη γλωσσικές μορφές αλλά έχουν δυσκολία στην απόκτηση των σωστών γλωσσικών μορφών μέσω του ακουστικού καναλιού.

Αυτή η δυσκολία στη μορφή επηρεάζει τη συχνότητα με την οποία επικοινωνούν τα βαρηκοα παιδιά και κατανοούν το περιεχόμενο των συνομιλητών τους όταν αυτοί χρησιμοποιούν πιο πολύπλοκες μορφές σύνταξης. 

Τα βαρήκοα παιδιά παρουσιάζουν μεγάλες διαφορές μεταξύ τους ως προς τον βαθμό και τα είδη διαταραχών της γλώσσας. Οι παράγοντες που επηρεάζουν την ανάπτυξη της γλώσσας είναι η ηλικία που ξεκίνησε η βαρηκοΐα, η ηλικία που ενισχύθηκε η ακοή,  η ευφυία, η προσωπικότητα του παιδιού,  η έγκαιρη αντιμετώπιση, το οικογενειακό περιβάλλον το κοινωνικό και οικονομικό επίπεδο και το είδος της εκπαίδευσης του παιδιού.