Ο φόρος προστιθέμενης αξίας και η πορεία του στο πλαίσιο της δωδεκανησιακής οικονομίας

Γράφει ο Κυριάκος Ι. Φίνας

Α’ ΜΕΡΟΣ

Ύστερα από την παράδοση της Δωδεκανήσου απο την προσωρινή αγγλική διοίκηση (9.5.1945-31.3.1947) και την εγκατάσταση από της μεσημβρίας της 31.3.1947 της Ελληνικής Στρατιωτικής Διοίκησης υπό τον Ναύαρχο Περικλή Ιωαννίδη, μία από τις πρωτοβουλίες που λήφθηκαν ήταν: Διατηρήθηκε το υπαρ. 131/16.4.1938 Ιταλικό Διάταγμα «περί τελωνειακού διασμολογίου» με την απόφαση 16183/31.5.1947 της Στρατιωτικής Διοίκησης Δωδεκανήσου, που κυρώθηκε με Π.Δ.ψήφισμα (ΦΕΚ 262/Α/1947 της Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων και των αποφάσεων 39040/48 και 21442/49 της Γενικής Διοίκησης Δωδεκανήσου, καθώς τροποποιήθηκαν σε ενιαίο κείμενο ύστερα, με την υπαρ. 19459/18.6.1956 απόφαση της Νομαρχίας Δωδεκανήσου.


Και προ του Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (Φ.Π.Α.) είχαν προηγηθεί και άλλες παράλληλες ενέργειες που αφορούν τη διατήρηση του ειδικού δημοσιονομικού καθεστώτος.

Το δασμολογικό καθεστώς Δωδεκανήσου πρόβλεπε μέχρι το Δεκέμβριο του 1980 και υπό άλλη μορφή μέχρι 31.12.1986, μειωμένους δασμούς σε πολλά είδη, ως και ειδικές φορολογικές διευκολύνσεις, που συνίσταντο στην απαλλαγή των εισαγομένων στην περιοχή από το εξωτερικό ειδών  από συμπαροαμαρτούντες φόρους, όπως ο φόρος κύκλου εργασιών, οι φόροι πολυτελείας κ.λ.π.

Και δεν αποτελεί υπερβολή να τονισθεί ότι το δασμολόγιο υπήρξε η βάση πάνω στην οποια αναπτύχθηκε ο τριτογενής τομέας, ο τουρισμός και το εμπόριο ειδικότερ τόσο στη Ρόδο και Κω, όσο και σε μικρότερη κλίμακα στα υπόλοιπα νησιά του Δωδεκανησιακού συμπλέγματος. Από ευρύτερη, μάλιστα, σκοπιά μπορεί να υποστηριχθεί ότι μεταπελευθερωτική περιφερειακή ανάπτυξη της Δωδεκανήσου στηρίχθηκε: α) στο δασμολόγιο, β) στον ειδικό φορολογικό καθεστώς (που ίσχυε μέχρι το 1971) και γ) στο ειδικό πιστοδοτικό καθεστώς.

Παρά ταύτα, και παρ’ όλη τη δεδομένη βούληση της Πολιτείας να προχωρήσει η Δωδεκάνησος το δρόμο της οικονομικής ανάπτυξης κατά διαστήματα, οι διάφοροι υπηρεσιακοί παράγοντες,(«βασιλικότεροι του βασιλέως»), τόσο σε τοπικό επίπεδο, όσο και του Υπουργείου των Οικονομικών, παρενέβαιναν με εισηγήσεις για την επέκταση εδώ οτυ δασμολογικού καθεστώτος της λοιπής Χώρας.

Πρώτη απόπειρα κατάργησης του δασμολογικού καθεστώς έγινε το 1953 και αργότεροτο 1958. Και όταν ξανά αργότερα ανακινήθηκε το θέμα, τον Σεπτέμβριο του 1963, με έγγραφες επεμβάσεις του Επιμελητηρίου Δωδεκανήσου, του Εμπορικού Συλλόγου Ρόδου, του Δημάρχου Ρόδου Μιχάλη Πετρίδη και των βουλευτών Δωδεκανήσου Γιάννη Ζίγδη και Στέλιου Κωτιάδη, αποτράπηκε οποιαδήποτε αποδυνάμωση.

Εξάλλου, και το Νοέμβριο του 1972 διέρρευσε η πληροφορίες ότι κατατέθηκε στην Επιτροπή Νομοθετικής Εξουσιοδότησης σχέδιο Νόμου, με το οποίο οριζόταν η επέκταση στη Δωδεκάνησο από 1.1.1973 της ισχύουσας Νομοθεσίας περί του φόρου κύκλου εργασιών και δημόσιων θεμάτων. Και ότι, σαν επόμενο βήμα, θα προχωρούσε σταδιακά και η επέκταση του δασμολογίου της λοιπής Χώρας. Παράλληλα, θα καταργούνταν ο τοπικός δημοτικός φόρος κατανάλωσης, το 4% , όπως καθιερώθηκε να αποκαλείται.

Αφού διασταυρώθηκε η πληροφορία πραγματοποιήθηκε σύσκεψη των τοπικών παραγόντων στην οποία παρέστη και ο εκπρόσωπος της Δωδεκανήσου στη Συμβουλευτική Επιτροπή, δικηγόρος κ. Ιωάννης Χαρίτος. Πράγματι, ο κ. Χαρίτος όχ μόνο έκανε τα κατάλληλα διαβήματα, αλλά και με την αγόρευσή του, ως εισηγητής κατά τη συζήτηση του Νομοσχεδίου στην Επιτροπή, πέτυχε τη μη ψήφισή του, και ως εκ τούτου τη ματαίωση επέκτασης στη Δωδεκάνησο της ισχύουσας Νομοθεσίας περί φόρου κύκλου εργασιών και δημόσιων θεαμάτων, τα οποία, εάν επεκτείνονται, θα επακολουθήσει η κατάργηση και του δασμολογίου.

Εξαιτίας της καμπής που έπαιρνε το θέμα, τη συζήτηση στην Συμβουλευτική Επιτροπή, μετέβησαν στην Αθήνα να την παρακολουθήσουν από τα θεωρεία ο Δήμαρχος Γιώργος Βρούχος, οι Δήμαρχοι Καλύμνου και Καρπάθου Ν. Πιζάνιας και Ν. Νικολαΐδης αντίστοιχα, ο τέως Πρόεδρος του Εμπορικού Συλλόγου Ρόδου Παντελής Κωσταρίδης, ο Νικόλαος Σουλούνιας, τουριστικός πράκτορας και ο Γιάννης Τατάκης, Γενικός Γραμματέας του Επιμελητηρίου Δωδεκανήσου.

Επίσης, τη συζήτηση εκείνη παρακολούθησαν και τα Προεδρία των Δωδεκανησιακών Σωματείων Αθηνών και Πειραιά.

Από 1.1.1981, που τέθηκε σε εφαρμογή η υπογραφείσα συμφωνία (28.5.1979) ένταξης της Χώρας μας στη ΕΟΚ, όλοι οι Δωδεκανησιακοί φορείς με επικεφαλής την Τοπική Αυτοδιοίκηση και το Επιμελητήριο Δωδεκανήσου προσπαθούν να μεταδώσουν στους αρμόδιους ότι πρόοδος που επιτεύχθηκε τη μεταπελευθερωτική περίοδο στη Δωδεκάνησο επιβαλλόταν να σταθεροποιηθεί ακόμα περισσότερο και για κανένα απολύτως λόγο να μη διαταραχθεί.

Η δε δημοσιονομική κατάσταση που προϋπήρχε να προσαρμοσθεί στα πλαίσια του Φ.Π.Α Έστω και για λίγα χρόνια επιτεύχθηκε τότε έγγραφη δήλωση του Υπουργείου Οικονομικών ότι δεν θα βγει το σκέλος του Ειδικού φορολογικού καθεστώτος, μέχρι της εφαρμογής του φόρου προστιθέμενης αξίας.

Έτσι με την πρώτη αυτή κατοχύρωση, άρχισε να αντιμετωπίζεται το θέμα και από μακροχρόνια, πλέον, σκοπιάς. Στόχος ήταν, να καθιερωθεί στην περιοχή ποσοστά μειωμένα κατά 30%-35% εκείνων της λοιπής Επικράτειας, παράλληλα δε, με την κατάργηση του ειδικού δημοτικού φόρου, ως φόρου ισοδύναμου αποτελέσματος, ποσοστιαία μονάδα του Φ.Π.Α. που θα εισπράττεται, να αποδίδεται στους ΟΤΑ Δωδεκανήσου, σε αντικατάσταση του εισπραττόμενου φόρου κατανάλωσης.

Με την προταθείσα αυτή λύση η περιοχή του Δωδεκανησιακού συμπλέγματος θα διατηρούσε τα δημοσιονομικά της δικαιώματα και οι Δήμοι και Κοινότητες δε θα έχαναν τα έσοδα του δημοτικού φόρου 4% αλλά και η Δωδεκανησιακή Οικονομία και ειδικότερα ο τουρισμός της, θα διατηρήσουν τη σχετική ανταγωνιστικότητά του.

Το Υπουργείο Οικονομικών όμως αντέδρασε στην προαναφερθείσα λύση και με έγγραφό του ανέφερε ότι «δεν καθίσταται ευχερές, περιβάλλοντας ως επιχείρηση ότι οι μειωμένοι συντελεστές δεν προβλέπονται από την Έκτη Κατευθυντήρια Οδηγία».

Συγκεκριμένα απαντητικά τα έγγραφα του Υπουργείου Οικονομικών ανέφεραν στερεότυπα: «...Όσον αφορά την πρόβλεψη ειδικού συντελεστή φόρου προστιθέμενης αξίας για τη Δωδεκάνησο σας, πληροφορούμε ότι, από τις διατάξεις της Συνθήκης Προσχώρσης της Ελλάδος στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες, καθώς και από τις διατάξεις της 6ης Κατευθυντήριας Οδηγίας το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας, δεν παρέχεται ευχέρεια. Συνεπώς, από της καθιέρωσης του Φ.Π.Α. στη Χώρα μας για τα αγαθά και τις υπηρεσίες σε όλη την Επικράτεια».

Παρά την άρνηση του αρμόδιου Υπουργείου Οικονομικών, οι φορείς της Δωδεκανήσου δεν στάματησαν τις ενέργειές τους. Έπρεπε το αίτημα για μειωμένους συντελεστές Φ.Π.Α. να εξετασθεί και από πλευράς Ευρωπαϊκού Δικαίου, καθόσον στο σημείο αυτό εστίαζαν την άρνησή τους οι κυβερνητικοί παράγοντες.

Επί του προκειμένου, ζητήθηκε από το Επιμελητήριο Δωδεκανήσου η γνωμάτευση τριών νομομαθών περί το Ευρωπαϊκό Δίκαιο. Του Γεωργίου Κρεμλή, Δωδεκανησιακής καταγωγής, δικηγόρος, που υπηρετούσε στη Νομική Υπηρεσία των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, του Καθηγητή του Πανεπιστημίου Αιγαίου, ειδικευμένου στο Κοινοτικό Βίαιο Π. Δαγτόγλου και του Καθηγητή της ΑΣΟΕΕ Θ. Γεωργακόπουλου, οι απόψεις των οποίων συνοπτικά ήσαν: 

α) Γ. Κρεμλής: «... Η επιδίωξη μειωμένου συντελεστή Φ.Π.Α. για τη Δωδεκάνησο (και γενικά για οποιαδήποτε άλλη Περιφέρεια της Ελλάδος) είναι θεωρητικά δυνατή. Το κείμενο της 6ης Οδηγίας του Συμβουλίου της 17ης Μαΐου 1977 περί Φ.Π.Α δεν αποκλείει το ενδεχόμενο εφαρμογής από Κράτος-Μέλος σε Περιφέρεια του μειωμένου συντελεστή Φ.Π.Α Εξάλλου, ούτε και από την Πράξη Προσχώρησης αποκλείεται ρητάη δυνατότητα αυτή.

Π. Δαγτόγλου: Την ίδια άποψη εξέφρασε και ο Πρόδρομος Δαγτόγλου, συμπληρώνοντας, επιπλέον, ότι «εφόσον επιτρέπεται η κατ’ είδος διαφοροποίηση συντελεστού Φ.Π.Α., γιατί να απαγορεύεται και η κατά Περιφέρεια διαφοροποίηση»(Χ).

Θ. Γεωργακόπουλος: Περισσότερο περιορίστηκε να εξετάσει το θέμα του Φ.Π.Α. ως μέσου Περιφερειακής Ανάπτυξης-της Δωδεκανήσου.

Τελικά, αφού τέθηκαν υπόψη των αρμόδιων κυβερνητικών παραγόντων, οι παραπάνω τρεις γνωματεύσεις και με δεδομένο ότι ο φόρος προστιθέμενης αξίας, θα αντικαθιστούσε προϊσχύσαντες φόρους υπέρ τρίων, οι οποίοι στη Δωδεκάνησο ήσαν μειωμένοι, σε σύγκριση με την υπόλοιπη Χώρα, υπερίσχυσαν οι απόψεις των Δωδεκανησίων.

Οπότε, με το Νόμο 1676/Δεκέμβριος 1986, καθιερώθηκαν στη Δωδεκάνησο μειωμένοι συντελεστές Φ.Π.Α. κατά 30%.

Οι μειωμένοι, ωστόσο, αυτοί συντελεστές Φ.Π.Α. ίσχυαν μόνο για τα αγαθά που πωλούνταν από την περιοχή αυτή προς τη λοιπή Ελλάδα, καθώς και για τα εισαγόμενα στην ίδια περιοχή από το εξωτερικό. Διευκρινίζεται ότι οι μειωμένοι αυτοί συντελεστές δεν ίσχυαν για τα αγαθά που πωλιούνται από τη λοιπή Ελλάδα σε επιχειρήσεις της Δωδεκανήσου. Επίσης οι μειώσεις των συντελεστών δεν εφαρμόζοντας στην παροχή οποιασδήποτε υπηρεσίας, όπου συμπεριλαμβάνονται και οι ξενοδοχειακές.

Αρχές του 1987 το ΕΒΕΔ Δωδεκανήσου ερευνά τις επιπτώσεις μόνο εκ του ΦΠΑ επί της Δωδεκανησιακής Οικονομίας και την πρόσθετη επιβάρυνση, που υπολογιζόταν σε 30%-35%, που επωμιζόταν η περιοχή μας από 1.1.1987 με την εφαρμογή του, σε σύγκριση με το ισχύον δημοσιονομικό καθεστώς. Υποδεικνύουταν και τα μέτρα που έπρεπε να ληφθούν.

Το σύστημα αυτό των μειωμένων συντελεστών μερικιές καθοκληρίαν Χώρες της ΕΟΚ το εφάρμοσαν στα υπερπόνται νησιά-κτήσεις τους.

Το ΕΒΕΔ δεν σταματά τις ενέργειές του, γιατί πίστευε στο δίκαιο του αιτήματος. Και όταν συνήλθαν σε Διάσκεψη οι παραγωγικές τάξεις της Δωδεκανήσου στις 22.11.1987 έθεσε το θέμα και ζητά Πανδωδεκανησιακή συμπαράσταση. Διαπιστώνοντας, δε, ότι με την κατάθεση του Προϋπολογισμού του έτους 1988 δεν γίνεται πρόβλεψη που να ικανοποιεί το αίτημα του Δωδεκανησιακού λαού, απέστειλε στον Πρωθυπουργό και σε όλους τους κρατικούς παράγοντες σχετικό τηλεγράφημα, στο οποίο, τονιζόταν, μεταξύ των άλλων: «... Με κατάπληξη και λύπη οι παραγωγικές τάξεις της Δωδεκανήσου πληροφορούνται ότι με το νέο Προϋπολογισμό του 1988 δεν λαμβάνεται καμία πρόνοια για να εξασφαλισθεί η ανταγωνιστικότητα της Δωδεκανησιακής Οικονομίας, καθόσον δεν λαμβάνεται καμία πρόνοια για να εξασφαλισθεί η ανταγωνιστικότητα της Δωδεκανησιακής Οικονομίας, καθόσον δεν εισακούεται το πάγιο αίτημα του δωδεκανησιακού λαού για μείωση των συντελεστών Φ.Π.Α. για να διατηρηθεί σχετικά η προϋπάρχουσαν δημοσιονομική κατάσταση.

Κι έτσι, παραμένει η κατ’ εξοχήν τουριστική περιοχή της Ελλάδος μη ανταγωνιστική, καθόσον, εκτός της μακρυνής απόστασης των τόπων παραμονής των ξένων επισκεπτών, επιβαρύνεται και με αυξημένα ποσοστά για την προμήθεια και διακίνηση των αγαθώς, καθώς και τις υπηρεσίες. Χωρίς καμία δόιση υπερβολής σάς αναφέρουμε υπεύθυνα ότι όλοι οι παραγωγικοί κλάδοι της Δωδεκανησιακής Οικονομίας βρίσκονται σε ύφεση και μια εμφανής κρίση μαστίζει την αγορά μας. Το εμπόριο, η μεταποίηση, ο τουρισμός και κάθε άλλη οικονομική δραστηριότητα ακόμα και στην αιχμή της τουριστικής περιόδου κινήθηκαν με βραδύ ρυθμό σε ποσοστό 40%-50%. Πολλές, δε, επιχειρηματικές μονάδες κινδυνεύουν να κλείσουν, ιδιαίτερα αυτές που υπάγονται στον υψηλό συντελεστή Φ.Π.Α.

Η ΚΑΪΡ Ρόδου, η αξιόλογη αυτή Ροδίτικη βιομηχανία, πέραν του τομέα της μεταποίησης απορροφά και το 95% περίπου της εντόπιας σταφυλοπαραγωγής, διαπιστώνει ότι εξαιτίας του υψηλού συντελεστή Φ.Π.Α. μειώθηκαν οι πωλήσεις της εφέτος κατά 40% περίπου. Επίσης, και στα καταστήματα γουναρικών, ποτών, ταπήτων, στα μπαρ των ξενοδοχείων και γενικά στις καφετέριες, η μείωση του τζίρου υπήρξε κάθετης και πλησιάζει το 50%.

Η δε παραδοσιακή στη Δωδεκάνησο ταπητουργία τείνει να εξαφανιστεί. Οι παραπάνω διαπιστώσεις και αιτήματα εξήχθησαν και από τη Διάσκεψη των παραγωγικών τάξεων Δωδεκανήσου, που συνήλθαν στη Ρόδο στις 22 Νοεμβρίου 1987.

(Αύριο το Β’ μέρος)