Λεξιστορείν: Είχε γερό βύσμα!

Η λέξη έχει διάφορες σημασίες στη γλώσσα μας με κυριότερες  «το εξάρτημα στην άκρη καλωδίου που εισάγεται σε κατάλληλη υποδοχή των ηλεκτρικών συσκευών και τις τροφοδοτεί με ρεύμα» και «το πρόσωπο που με πλάγια μέσα ασκεί επίδραση σε αποφάσεις ή εξελίξεις υπέρ ενός άλλου ατόμου ή ομάδας ατόμων».

Η λέξη αρχικά σήμαινε «πώμα», «βούλωμα» και προέρχεται από το ρήμα βύω = φράζω, κλείνω. 

Όταν πρωτοεμφανίστηκαν τα τηλέφωνα το βύσμα έπαιζε τον σημαντικότερο ρόλο στο να δεχθεί κάποιος μια κλήση και να μπορέσει να επικοινωνήσει, γι’ αυτό και στη στρατιωτική ορολογία  χρησιμοποιείται η λέξη για όποιον έχει περισσότερα προνόμια και διασυνδέσεις και μπορεί να «κλείνει» εύκολα και να αντιμετωπίζει κάθε «ανοιχτή» εκκρεμότητά του.