Ο φόρος προστιθέμενης αξίας και η πορεία του στο πλαίσιο της δωδεκανησιακής οικονομίας

Γράφει ο Κυριάκος Ι. Φίνας

Β’ ΜΕΡΟΣ

Αρχές του 1985, ύστερα από συνταξιοδότηση του Διευθυντή του Επιμελητηρίου Δωδεκανήσου, ανέλαβα τη Διεύθυνση του ΕΒΕΔ. Επειδή από το 1980 είχα ασχοληθεί αρκετά, ως Τμηματάρχης, με το θέμα των μειωμένων συντελεστών, και είχα γράψει και σύντομη μελέτη για το θέμα, εισηγήθηκα στη Διοίκηση να δημιουργήσουμε ειδικό Γραφείο με γλωσσομαθή υπάλληλο για υπεύθυνη παρακολούθηση του θέματος.
Ταυτόχρονα, αρχίσαμε να ενημερωνόμαστε από τα εκδιδόμενα από την ΕΟΚ σχετικά πληροφοριακά έντυπα. 

Πληροφορηθήκαμε ότι ο Διευθυντής του Υπουργείου Οικονομικών της Γαλλίας και ταυτόχρονα αποσπασμένος στην Κοινή Αγορά στις Βρυξέλλες, ο Guieu, με αρμοδιότητα τα φορολογικά, ιδιαίτερα το Φ.Π.Α. συμπεριλαμβανόταν, μεταξύ των Οικονομολόγων που ασχολήθηκαν στη διατύπωση της 6ης Κατευθυντήριας Οδηγίας.

Και ότι με πρόσκληση του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Αθηνών, τον Ιανουάριο του 1980, πραγματοποίησε διάλεξη με θέμα: «Η προσαρμογή του Φόρου Προστιθέμενης Αγίας της ΕΟΚ και τα προβλήματα που αυτές αντιμετώπισαν». Όταν του υποβλήθηκε το ερώτημα: «Στην Ελλάδα για ορισμένες περιοχές και για λόγους αναπτύξεως των επενδύσεων ισχύουν μειωμένοι φόροι καταναλώσεως.

Προβλέπεται κάτι τέτοιο από την Κοινότητα;», δήλωσε απαντητικά ως εξής: «Πρέπει να σας πω ότι αυτό είναι ένα ελληνικό πρόβλημα. Δεν είναι Κοινοτικό πρόβλημα. Το μόνο που  αφορά την Κοινότητα είναι οι απαλλαγές. Δεν μπορείτε να επιτύχετε απαλλαγές, εκτός από εκείνες που προβλέπονται στην 6η Οδηγία.

«Για την εφαρμογή διαφοροποιημένων συντελεστών δεν προαπαιτείται συμφωνία των υπολοίπων Εννέα Κυβερνήσεων της ΕΟΚ, ούτε και συναίνεση των Κοινοτικών Οργάνων. Γιατί στην περίπτωση αυτή δεν ζητείται να εφαρμοστεί ολοκληρωτική εξαίρεση (απαλλαγή) της Δωδεκανήσου από το Φ.Π.Α. Απεναντίας, θα εισαχθεί ο Φ.Π.Α. στη Δωδεκάνησο, θα εφαρμόζεται η Έκτη Οδηγία, αλλά από τους συντελεστές που θα καθορίσει η Ελληνική Κυβέρνηση, δεν θα εφαρμοστούν μειωμένοι, στος ύψος που θα εξασφαλίζονται τα προϋπάρχοντα ευεργετήματα σε όλες τις φάσεις των παραγωγικών διαδικασιών». Επιχειρήματα, τα οποία επιστρατεύσαμε και μεις τότε, καθόσον λειτουργούσε στα Δωδεκάνησα το ιδιαίτερο οικονομικό σύστημα των έμμεσων φόρων.

Προς επιμόρφωση των προαναφερθέντων τόσο ο Υπουργός Οικονομικών Π. Μποκοβός, όσο και ο Υφυπουργός Π. Ρουμελιώτης, τον Φεβρουάριο του 1979, είχαν δηλώσει:
α) Π. Μποκοβός:
«...Η τίμια και εκπεφρασμένη άποψη της Κυβέρνησης είναι ότι ο Φόρος Προστιθέμενης Αξίας, αντικαθιστώντας τους έμμεσους φόρους, όλους εί δυνατόν, ή όλους πλην ελαχίστων, να αποδώσει στο Δημόσιο, ό,τι αποδίδουν σήμερα οι έμμεσοι φόροι. Και θα πρέπει οι συντελεστές να υπολογισθούν σε τέτοια ύψη, ώστε, πράγματι, ο Φόρος Προστιθέμενης Αξίας να αποδώσει στο Δημόσιο ό,τι αποδίδουν σήμερα οι έμμεσοι φόροι που θα αντικαταστήσει...».

Ο Παν. Ρουμελιώτης:
«...Ο νέος φόρος έχει σχεδιασθεί να αποφέρει ίδια έσοδα με τους φόρους που θα καταργηθούν. Έτσι, δεν θα υπάρξει πρόσθετη φορολογική επιβάρυνση στην Οικονομία και κατά συνέπεια το γενικό επίπεδο τιμών δεν θα μεταβληθεί».

Υπάρχει η ουσιαστική άποψη ότι οι μειωμένοι συντελεστές που ζητούνται για την ιδιόμορφη περίπτωση της Δωδεκανήσου δεν είναι ασυμβίβαστοι με την ανταγωνιστική ουδετερότητα του Φόρου Προστιθέμενης Αξίας και ούτε αποτελούν φορολογική διάκριση σε βάρος των εισαγομένων και σε όφελος των εγχωρίων προϊόντων, οπότε, πράγματι, μια τέτοια περίπτωση θα αντέβαινε στις διατάξεις των άρθρων 95 και 96 της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας (ΕΟΚ) (χχ).

Εφόσον, λοιπόν, η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν θα έχει καμιά απώλεια εσόδων από την καθιέρωση μειωμένων συντελεστών του ΦΠΑ στη Δωδεκάνησο, τώρα συμπεριλαμβάνονται και τα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου, δεν βλέπουμε για ποιο λόγο είναι ενδεχόμενο ότι θα αντιδράσει για τον σκοπό αυτό ενεργά. Υπό την προϋπόθεση, βέβαια ότι ο ποσοστιαίος καθορισμός τους δεν θα είναι τόσο χαμηλός, ώστε το σύνολο των εσόδων του ΦΠΑ να είναι κατώτερο από το οφειλόμενο στην Κοινότητα ποσοστό από το ειδικό αυτό κονδύλι.

Ως προς τη δυνατότητα που έχει κάθε Κράτος-Μέλος, άρα και η Ελλάδα, να καθορίζει το ύψος των συντελεστών για κάθε ομάδα προϊόντων κατά την εφαρμογή του ΦΠΑ, αφήνεται στη διακριτική ευχέρεια στα Κράτη-Μέλη να έχουν αυξημένους ή μειωμένους συντελεστές για ορισμένα είδη.

Εμείς στα Δωδεκάνησα είναι η απάντηση που έδωσε πρόσφατα και ο κ. Semeta της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο βουλευτή Δωδεκανήσου κ. Μανόλη Κόνσολα, ξεκαθαρίζοντας πως με το άρθρο 120 της Ευρωπαϊκής Οδηγίας για τον ΦΠΑ, η Ελλάδα επιτρέπεται να εφαρμόσει συντελεστές έως 30% χαμηλότερους για τα νησιά και χαρακτήρισε το συγκεκριμένο ζήτημα δικαίωμα και αρμοδιότητα της Ελλάδας.

Οι μειωμένοι συντελεστές ΦΠΑ δεν είναι κάτι το καινούργιο για πολλές χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η Γαλλία, η Αγγλία, το Βέλγιο και τόσες πολλές χώρες έχουν εξαιρέσει τα υπερπόντια διαμερίσματά τους και από το καθεστώς του ΦΠΑ και πολλές το κατοχύρωσαν, ανάλογα, εξαρχής στην Έκτη Κατευθυντήρια Οδηγία.
Στην Κροσκική μάλιστα, για πολλά είδη η μείωση ανέρχεται στο 55%.

Απ’ όσα, τουλάχιστον, γνωρίζουμε το παραπάνω άρθρο το επικαλούνται τα Κράτη-Μέλη, όταν πρόκειται να επιβάλουν έκτακτους περιορισμούς κατά τη διακίνηση των αγαθών ή κάποια προστασία σε παραγωγικούς κλάδους που μειονεκτούν από άποψης συναγωνιστικότητας, έναντι των ομοειδών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Τα θέματα που εμπλέκονται στο ΦΠΑ τα ρυθμίζουν, κατά τρόπο αδιαφιλονίκητο η πρώτη και η δεύτερη και αναλυτικότερα και πιο εμπεριστατωμένα η Έκτη Κατευθυντήρια Οδηγία.

Με βάση την αρχική διακήρυξη της Ρώμης και τις τρεις παραπάνω οδηγίες οι εταίροι της Κοινής Αγοράς υιοθέτησαν το ΦΠΑ σαν κοινό σύστημα έμμεσων φόρων. Και είναι γεγονός ότι οι διατάξεις της κωδικοποιημένης Έκτης Προδιαγραφής αφήνουν αρκετά περιθώρια ελιγμών.

Πέραν, ωστόσο, από την επιβάρυνση των αγαθών, επειδή η αγορά της Δωδεκανήσου βρίσκεται μακριά από τα προμηθευτικά και κέντρα διακίνησης τουριστών, έχει και υψηλότερο κόστος αεροπορικών και ακτοπλοϊκών μετακινήσεων.

Επιπλέον, ο δυσμενής «συντελεστής προσπέλασης» δεν εκφράζεται μόνο σε σχέση με τις αγορές της Κεντρικής και Βόρειας Ευρώπης από τις χώρες των οποίων προέρχεται το μεγαλύτερο ποσοστό της τουριστικής μας πελατείας, καθώς και εμπορευμάτων, πρώτων και βοηθητικών υλικών, αλλά ακόμη και μέσα στο Εθνικό μας χώρο.

Ξένος διπλωμάτης, το όνομα του οποίου δεν αναφέρεται, είχε πει στο δημοσιογράφο Τ. Αθανασιάδη: «... προσέξτε τους Τούρκους, η απειλή δεν είναι μόνο στρατιωτική, αλλά και οικονομική. Ο τουρκικός τουρισμός θα είναι επικίνδυνος αντίπαλος, όταν αποκτήσει τη δική σας υποδομή, γιατί οι δύο Χώρες έχουν τις ίδιες κλιματολογικές συνθήκες και εξίσου ωραία μέρη.

Το κόστος ζωής,  όμως, στην Τουρκία είναι χαμηλότερο και οι δαπάνες των τουριστών θα είναι μικρότερες, σε αυτή, σε σχέση με την Ελλάδα». Σοφή και προσγειωμένη προειδοποίηση, η οποία ισχύει διαχρονικά. 

Ο νησιωτικός χαρακτήρας της Δωδεκανησιακής Περιφέρειας, η απόσταση των νησιών μεταξύ τους, εκείνη του Νομού από την υπόλοιπη Χώρα, ως και η αδυναμία της Δωδεκανησιακής παραγωγής, ακόμη και αυτής της αγροτικής να καλύψει τις επιτόπιες και τουριστικές ανάγκες, με επακόλουθο το μεγαλύτερο μέρος των προμηθειών στη μεταποίηση και το εμπόριο να αποτελείται από εισαγόμενες πρώτες και άλλες ύλες, ως και αγαθά αντίστοιχα, είναι από τους προσδιοριστικούς παράγοντες, που αυξάνουν το συνολικό κόστος, όσον αφορά την παραγωγή και τα προσφερόμενα αγαθά στην κατανάλωση.

Η πρόσθετη αυτή επιβάρυνση, σε σχέση με τα αστικά κέντρα της Χώρας, αποτελεί σοβαρή ανασταλτική αναπτυξιακής προώθησης των παραγωγικών τομέων της Δωδεκανησιακής Οικονομίας.

Με την τωρινή διάρθρωση της Δωδεκανησιακής Οικονομίας οι άδηλοι πόροι από τον τουρισμό και τις συναφείς του δραστηριότητες με τις πολλαπλασιαστικές τους ευεργετικές επιπτώσεις αποτελούν τους κυριότερους τροφοδότες της απασχόλησης, των εισοδημάτων και του ισοζυγίου εξωτερικών πληρωμής, καθόσον θα ήταν κανείς εξωπραγματικός, εάν προσπαθήσει να υποστηρίξει ότι είναι δυνατή μια άμεση ή έστω μεσοπρόθεσμη ουσιώδης βελτίωση του μεταποιητικού κλάδου και των εξαγωγών.

Τα τελευταία αυτά προϋποθέτουν σοβαρές διαρθωτικές μεταβολές, ήτοι βαθμιαία στροφή και σε άλλους παραγωγικούς τομείς. Και προπαντός η αναμονή του απαιτούμενου χρόνου για να αρχίσουν ν’ αποδίδουν οι επενδύσεις, οι οποίες θα πρέπει ν’ αντικαταστήσουν τις ευεργετικές επιπτώσεις από το εφαρμοζόμενο δημοσιονομικό καθεστώς. Μέχρι, όμως, να επιτευχθούν, έστω και κατά τρόπο μερικό, τα παραπάνω, η σωστή οικονομική και κοινωνική πολιτική, αλλά και αυτή η φρόνηση επιβάλλουν να μη θίγονται τα «καλώς κείμενα».

Εμείς, μάλιστα, θα πρσθέταμε, να βρεθεί τρόπος να επαναφερθούν όλα τα πλεονεκτήματα που ίσχυαν πριν από τον Ιούλιο του 1980, τα οποία είχε το δασμολογικό καθεστώς, χωρίς εξαιρέσεις.

Στις δύσκολες ημέρες που περνάει η περιοχή οποιαδήποτε διαταραχή πρέπει ν’ αποφευχθεί. Γιατί, όχι μόνο θα χαλάσουμε όσα πετύχαμε στους διάφορους τομείς της οικονομικής και κοινωνικής ζωής της Δωδεκανήσου, όχι μόνο θα στερηθεί και το ισοζύγιο των άδηλων πόρων της Χώρας σημαντικού πολύτιμου συναλλάγματος και ο κρατικός προϋπολογισμός πολλών εσόδων, αλλά άθελά μας θα δώσουμε εμείς οι ίδιοι τα κατάλληλα οικονομικά όπλα στους απέναντι γείτονές μας να μας συναγωνίζονται εκ του ασφαλούς στον τουριστικό τομέα.

Ο αείμνηστος Κωνσταντίνος Καραμανλής, που ήταν τακτικός επισκέπτης της Ρόδου, γνώριζε τί χρειαζόταν ο Δωδεκανησιακός οικονομικός χώρος για να λειτουργεί ορθολογικά κατά παραγωγικό τρόπο, σε συνέντευξή του στη «Ροδιακή» της 29.12.1979, μάς συμβούλευε:

«...Όπως πριν πολλά χρόνια σας έλεγα ότι η Ρόδος έχει ένα δρόμο ν’ ακολουθήσει, το δρόμο του τουρισμού, τώρα λέγω ότι είναι ανάγκη μαζί με τον τουριστικό τομέα, ν’ αναπτυχθεί και η γεωργία. Οι λόγοι που επιβάλλουν αυτή την παράλληλη ανάπτυξη είναι πολλοί, κυρίως όμως, γιατί η γεωργία συμπληρώνει σήμερα τον τουρισμό».

Ως συμπέρασμα των όσων τώρα αναπτύξαμε είναι ότι τα συναφή του ΦΠΑ ρυθμίζονται στην Έκτη Κατευθυντήρια Οδηγία. Εκεί προβλέπεται όρος ομοιόμορφη εισπρακτική βάση για όλα τα Μέλη και η Κοινή Αγορά δεν θα έχει καμία απώλεια των εσόδων της από την καθιερώση μειωμένων συντελεστών του ΦΠΑ στη Δωδεκάνησο, τώρα και από τα λοιπά νησιά του Αιγαίου, δεν βλέπουμε για ποιο λόγο είναι ενδεχόμενο ότι θα αντιδράσει για τον σκοπό αυτό ενεργά. 
Υπό την προϋπόθεση, βέβαια, ότι ο ποσοστιαίος καθορισμός τους δεν θα είναι τόσο χαμηλός, ώστε το σύνολο των εσόδων του ΦΠΑ να είναι κατώτερο από το οφειλόμενο στην Κοινότητα ποσοστό.

(Αύριο το τελευταίο μέρος)