Λεξιστορείν: Τι πήγε και σκαρφίστηκε!

Το ρήμα σκαρφίζομαι  χρησιμοποιείται για να δηλώσει ότι επινοώ , σοφίζομαι κάτι πρωτότυπο για να δώσω λύση σ’ ένα πρακτικό ή θεωρητικό πρόβλημα.

Η λέξη προέρχεται από το ρήμα σκαριφώμαι, που σημαίνει σχεδιάζω πρόχειρα, σκιτσάρω, χαράζω ελαφρά με αναγωγή στο ουσιαστικό σκάριφος που ήταν το αιχμηρό όργανο, η γραφίδα για να χαραχθούν τέτοια σχέδια. 

Ανάλογη λέξη σήμερα και το σκαρίφημα, το αρχικό πρόχειρο και γρήγορο σχεδίασμα, με το οποίο ένας καλλιτέχνης αποδίδει ένα συγκεκριμένο θέμα, για να το δουλέψει αργότερα.