Τήλος, η γαλήνη και η αγριάδα του Νότιου Αιγαίου

Αχνοφέγγει και ασημίζει ο γιαλός στο ξημέρωμα.

Το πλοίο κόβει ταχύτητα για να μπει στο κρυμμένο μέσα στους άγονους ορεινούς όγκους λιμανάκι του νησιού, που έκλεψε την καρδιά μου και την κάνει τώρα να χτυπά δυνατά προσμένοντας την εικόνα των λίγων σπιτιών πάνω στην άγρια πέτρα, καθώς κροταλίζει ο ήχος της αλυσίδας της άγκυρας.

Δέκα χρόνια τώρα γυρίζω εδώ, στην κόκκινη γη του ανελέητου ήλιου, των βοτσάλων, των ζεστών γαλάζιων νερών και των άγριων βράχων που ενώνουν τον ουρανό με τ’ απύθμενα βάθη του μυστηρίου της θάλασσας. Γυρίζω στην πριγκίπισσα του Αιγαίου, χορεύω μέσα στις ερημιές, στ’ ακρογιάλια, στα γκρέμια, στα στενά περάσματα των βράχων. Ακούω το σφύριγμα του αέρα, τα βήματα των κατσικιών, τον παφλασμό της θάλασσας.

Με το σακίδιο στην πλάτη ξεκινώ περπατώντας, προχωρώ κολυμπώντας, βραδιάζομαι τραγουδώντας. Μόνη, ελεύθερη, ευτυχισμένη που βλέπω τα χώματα –τα χρώματα–, τη θάλασσα και τον ουρανό της Τήλου.

 

 

Το χώμα της Τήλου είναι κόκκινο. Η άμμος κι αυτή κόκκινη, εκτυφλωτική κάτω απ’ το φως του καλοκαιρινού ήλιου. Ο αέρας ζεστός και πηχτός, όλα γύρω ακίνητα, απόλυτα σιωπηλά, εικόνες χωρίς ήχο. Πιτσιλωτά κατσίκια περνούν, κοιτούν από ψηλά, απ’ τις κορυφές των βράχων. Περήφανα σαν ελάφια, γρήγορα σαν τον αέρα – που δεν υπάρχει.

Πράσινη αντίθεση το φασκόμηλο, μοσχομυρίζει το νησί. Η θάλασσα, ζεστή και ρηχή, τυλίγει σαν πέπλο τα πολύχρωμα βότσαλά της. Η θάλασσα της Τήλου είναι γαλάζια σ’ όλους τους τόνους: σιελ, τυρκουάζ, ανοιχτό μπλε, σκούρο μπλε. Έπειτα ασημόροζη στο ηλιοβασίλεμα, μαύρη βελούδινη το βράδυ, στα φώτα των αστεριών και του φάρου. Μαύρος βελούδινος κι ο ουρανός της ο γεμάτος άστρα και σχηματισμούς νεφελωμάτων πάμφωτους μέσα στη νύχτα, ως κάτω ακουμπισμένους στις ράχες των βουνών και των κάστρων.

 

 

Στην ερημιά, τη γαλήνη και την αγριάδα του Νότιου Αιγαίου, νομίζω, γεννήθηκαν η ομορφιά, το δέος και η ποίηση.

Φοίνικες υψώνονται βόρεια, στον Άγιο Αντώνιο, το λιμανάκι των μικρών σκαφών, με το φάρο, τα λίγα σπίτια και τα δυο ταβερνάκια πάνω στο κύμα. Πέτρινες μάντρες και ξερολιθιές προφυλάσσουν τα λιγοστά λουλούδια των νοικοκυρών απ’ τις επιδρομές των κατσικιών και τις αυλές απ’ το αλάτι των πιτσιλιών των κυμάτων.

«Τα παλιά τα χρόνια, ο κάμπος ήταν γεμάτος αμυγδαλιές», μου διηγείται η κ. Σοφία, «πιο ψηλά, στην πλαγιά του βουνού, βάζαμε το στάρι. Την άνοιξη άνθιζε όλο το νησί, μετά μαζεύαμε τ’ αμύγδαλα, τα ξεχωρίζαμε, τα πιο μεγάλα για μας, την οικογένεια, τα μικρά τα πουλούσαμε στα ζαχαροπλαστεία. Όταν άλλαζε η εποχή, σπέρναμε το στάρι. Αλλά κάποτε η γη στέρεψε, σταμάτησε να βγάζει…» Φτώχια, αγωνία, εγκατάλειψη, μετανάστευση, νοσταλγία… Αναστενάζει η κ. Σοφία «Λένε, η γη, κάποια στιγμή, ίσως τώρα, είναι πάλι έτοιμη να βγάλει…».

 

 

Το χαμηλό εκκλησάκι του Αγίου Αντωνίου με τον άσπρο σταυρό και το φρεσκοκλαδεμένο αρμυρίκι βρέχεται απ΄ το κύμα. Οι παραλίες του Αγίου Αντωνίου είναι μικρά κολπάκια με βότσαλο και νερά ζεστά, ακόμα και σε βοριά. Δυτικά βρίσκεται το νεκροταφείο των Ελληνιστικών Χρόνων με τάφους και λείψανα ανθρώπινων σκελετών στα πετρώματα, στην ξηρά και στη θάλασσα – «…λείψανα ψηφιδοπαγών αιγιαλών», όπως λένε οι τουριστικοί οδηγοί, «η βυθισμένη πόλη», όπως λένε οι ντόπιοι.

Οδηγώ βορειοδυτικά μέχρι το τέρμα του δρόμου, στις στροφές που αιωρούνται φιδωτά ανάμεσα στις κοφτερές κορυφές του Κριάλου προς το φρουριακό μοναστήρι του Αγίου Παντελεήμονα. Ο στενός δρόμος παλιά μονοδρομούνταν ανάλογα με τις ώρες τις ημέρας, για να πάει ο κόσμος στο πανηγύρι. Δυο αυτοκίνητα δε χωρούσαν.

 

 

Έξω μυρίζει το φασκόμηλο. Περνώ την πύλη, την αυλίτσα με το ψηφιδωτό πλακόστρωτο και τις τενεκεδένιες γλάστρες με τους βασιλικούς στην πέτρινη βρύση. Το νερό της πηγής έρχεται κρύο απ’ την κορυφή, οι κυρές γεμίζουν τα μπουκάλια τους. Σπρώχνω την ξύλινη πόρτα, ανάμικτη τώρα με τη μυρωδιά του βασιλικού, των κεριών και της κλεισούρας της εκκλησίας. Τα πρόσωπα των αγίων με κοιτούν απ’ το ξύλινο βυζαντινό τέμπλο.

Πατώ το βοτσαλωτό ψηφιδωτό πάτωμα, κοιτώ τους γαλάζιους ζωγραφιστούς τοίχους με τα λουλούδια και τ’ αστέρια. Πάνω, απ’ το βαθύ μπλε τρούλο, ο θεός κοιτά εμένα που σκύβω πάνω απ’ τις εικόνες με τα κρεμασμένα τάματα των ανθρώπων, με κοιτά που γράφω στο μεγάλο βιβλίο με τις εκμυστηρεύσεις των επισκεπτών: «Στην Τήλο βρίσκω πάντα την ψυχή μου, τη θάλασσα, τα βουνά, το χώμα, το θυμάρι. Τις μυρωδιές του θεού και την ανάσα του, κι όλο το μεγαλείο της Γένεσης του κόσμου».

 

 

Άναψα το κερί μου, βγαίνω πάλι στο φως. Τα κελιά των μοναχών άδεια πάνω απ’ τη σκαλίτσα, κρεμαστά στον γκρεμό πίσω απ’ το αιωνόβιο κυπαρίσσι. Μετά τη μάντρα αρχίζει το μονοπάτι προς την Έρυστο, στενό, απότομο, σημαδεμένο με κούκους, περνά την πλαγιά, τη σάρα, την κόψη, από ψηλά τόσο δα φαίνεται το μοναστήρι, απέναντι η θάλασσα, οι απόκρημνες ακτές, ο ορίζοντας, μετά τη στροφή η παραλία της Ερύστου…

Νοτιοδυτικά, η Έρυστος είναι η κοσμική παραλία της Τήλου. Ελεύθερη κατασκήνωση σε ένα χιλιόμετρο αμμουδιάς, τα νερά ζεστά, ανοιχτή θέα στο πέλαγος στο νότο, κλειστή στα πλάγια με γκριζοκόκκινους βράχους θεόρατους. Τα βότσαλα, πολύχρωμα πετράδια, χρυσίζουν στον ήλιο που τα φωτίζει για τελευταία φορά καθώς κρύβεται πίσω απ’το βράχο Γραμμίθι του Αγίου Πέτρου.

 

 

Η δεύτερη –και τελευταία με αυτοκίνητο προσπελάσιμη παραλία– είναι η Πλάκα, βόρεια, μέσα στο μεγάλο ολοστρόγγυλο όρμο του Αγίου Αντωνίου. Κι εδώ η κατασκήνωση είναι ελεύθερη, κάτω απ’ τη σκιά των ευκαλύπτων. Παγόνια τριγυρνούν και τσιμπολογούν τα φύκια ανάμεσα στα βότσαλα. Το κρώξιμό τους ακούγεται μέχρι την πούντα με τις πλάκες και τις σπηλίτσες – ο βυθός εκεί κάνει σκαλοπάτια, τα νερά είναι απ’ τα πιο διάφανα γαλάζια του Αιγαίου.

Όλο και κάποια ψαρόβαρκα ρίχνει δίχτυα. Στο βάθος μια υδάτινη πάχνη ενώνει τον ουρανό με τη θάλασσα τις μέρες που έχει υγρασία, ενώ τις άλλες διακρίνονται καθαρά η Νίσυρος, η Κως και τα παράλια της Τουρκίας. Πίσω, οι κορυφές του Κριάλου πορτοκαλίζουν στον ήλιο, που δύει ροδοκόκκινος μέσα στη θάλασσα. Τον παρακολουθώ από το ταβερνάκι «Ελπίδα» του Αγίου Αντωνίου – μόνο αφού βυθιστεί εντελώς, στρέφω τα μάτια στην ψητή σκορπίνα. Απ’ την άλλη πλευρά έχει ήδη ξεπροβάλει το φεγγάρι. Στις 9:00 στην κορυφή με το σύννεφο θ’ ανάψουν τα φώτα του κάστρου του Μεγάλου Χωριού.

 

 

Σ’ όλες τις άλλες παραλίες πηγαίνουμε από τα μονοπάτια. Το μαγευτικό κόκκινο μονοπάτι για Κόκκινη Παραλία (Αμμοχώστη) και Λεθρά ξεκινά από τα Λιβάδια αριστερά, μετά τα τελευταία ξενοδοχεία στην πλαγιά με την ωραία θέα. Χωματόδρομος, συρμάτινη πόρτα για τα κατσίκια, κι αρχίζει η πεζοπορία στο καλοφτιαγμένο φαρδύ μονοπάτι με τους γαλάζιους κολπίσκους από κάτω δαντελωτά να διαδέχονται ο ένας τον άλλον.

Ο πιο κοντινός, το Χοχλακάρι, είναι πιο πολύ μια βοτσαλένια γραμμή, μισή κάτασπρη, μισή κοκκινοπράσινη, με σκόρπιους βράχους εδώ κι εκεί, το βράχο Ελέφαντα μέσα στο νερό, γεμάτο πετρόψαρα στις τρύπες του. Τα νερά, γαλανά και γαλανοπράσινα, είναι ζεστά και μεταξένια. Η κατάβαση γίνεται από την γκρεμισμένη σάρα (5-10’) – η ακρογιαλίτσα βρίσκεται στη βάση κάθετων βράχων, και γι’ αυτό η σκιά πέφτει εδώ νωρίς, στις 4:30 μ.μ.

Η Κόκκινη Παραλία βρίσκεται αρκετές στροφές πιο πέρα (3 χλμ), μετά το βράχο της Ρουθ, με τα αναμνηστικά βοτσαλάκια που της αφήνουμε οι τουρίστες, στο σημείο που η ακτή σχεδόν ενώνεται με την ξέρα Γάιδαρος. Ένας μεγάλος κούκος δείχνει σε ποιο σημείο αφήνουμε το μεγάλο μονοπάτι και ακολουθούμε το κατηφορικό παρακλάδι προς τη θάλασσα.

 

 

Πατώντας την άμμο της Κόκκινης Παραλίας αρχίζει ένας κόσμος διαφορετικών χρωμάτων: το φλογερό ηφαιστειακό κόκκινο της άμμου και των βοτσάλων δροσίζεται από το γαλάζιο του νερού και απ’ το καταπράσινο των πουρναριών και των βάτων που φυτρώνουν τούφες τούφες στις τρύπες των κόκκινων βράχων. Νερά διάφανα, ζεστά.

Στο βυθό, χρωματιστά βότσαλα, κόκκινα, πράσινα, άσπρα, πορτοκαλιά. Σχηματισμοί βράχων και τρύπες που προσελκύουν τα ψάρια. Αριστερά βαθαίνει με τοίχο που χάνεται κάθετος στον πυθμένα – όλα γαλάζια μέχρι ν’ απορροφηθεί το φως του ήλιου και να χαθεί βαθιά στο άπειρο. Κολυμπώ ώρες και ώρες σ’ αυτό το σημείο – θαυμάζοντας αχόρταγα μέσα από τη μάσκα μου.

 

 

Στις 7:00 μ.μ. αρχίζει να πέφτει η σκιά, οι κολυμβητές σιγά-σιγά ανεβαίνουν προς τα πάνω, προς το μονοπάτι, εκείνη την ώρα κατεβαίνουν και τα κατσίκια απ’ τα υψώματα. Γκριζόμαυρα, δίχρωμα άσπρα-μαύρα, καφετιά με άσπρα μπαλώματα: καθώς ζουν ελεύθερα και διασταυρώνονται μεταξύ τους, τα ζωγραφίζει η φαντασία της φύσης. Χοροπηδούν στους βράχους, ρίχνοντας τάχα αδιάφορες ματιές στους ιδρωμένους πεζοπόρους.

Το μονοπάτι τελειώνει στα Λεθρά. Ένα λιβαδάκι με λίγα χορτάρια και δέντρα, ξερολιθιές, άμμο και βότσαλα και μπροστά ήρεμη η θάλασσα, όλο βότσαλο μέσα, καθαρά νερά και το στρογγυλό κόκκινο βράχο στολίδι στη μέση του κόλπου. Στα Λεθρά έρχεται μονοπάτι επίσης απ’ την ενδοχώρα, απ’ τον αυτοκινητόδρομο απέναντι απ’ το βενζινάδικο – στην αρχή του υπάρχει πηγή με νερό, η διαδρομή ακολουθεί το ξερό ρέμα που κάποια στιγμή ενώνεται με το κόκκινο μονοπάτι.

 

 

Κολυμπώντας, η διαδρομή Χοχλακάρι – Κόκκινη Παραλία – Λεθρά διαρκεί όσο και πεζοπορώντας (περίπου 1 ώρα), περνάει από πανέμορφους σχηματισμούς βράχων και όλος ο βυθός φαίνεται από πάνω με τη μάσκα, μόνο σε λίγα σημεία βαθαίνει και χάνεται. Εναλλακτικά, στα Λιβάδια νοικιάζονται κανό.

Το δεύτερο μεγάλο πανοραμικό μονοπάτι πηγαίνει ανατολικά, από τα Λιβάδια δεξιά μετά το λιμανάκι με τις ψαρόβαρκες, την πανσιόν του Στεφανάκη και το εκκλησάκι του Άη Γιάννη. Περνάει του Δεσπότη το νερό, φτάνει στον όρμο του Αγίου Ζαχαριά και τον εγκαταλελειμμένο οικισμό Γερά.

 

 

Η πιο απομακρυσμένη περιοχή –αληθινά έρημο το τοπίο, το πέτρινο-χωμάτινο καλοφτιαγμένο μονοπάτι ξετυλίγεται ανάμεσα σε χαλάσματα πέτρινων καλυβιών και άγριων βράχων που βρέχονται από ειρηνική μπλε θάλασσα–, ο αέρας δεν μπαίνει μέσα στο βαθύ κλειστό κόλπο.

Μέρος της εκπληκτικής θέας, τα ελεύθερα κατσίκια χαίρονται τη βοσκή τους. Το μονοπάτι διακλαδίζεται πάνω απ’ τον κόλπο του Αγ. Ζαχαριά. Δεξιά συνεχίζει προς Γερά, αριστερά κάτω στη θάλασσα. Σημαδεμένο με κούκους, στενεύει ολοένα μέχρι να καταλήξει σε μια μύτη στεριάς από βότσαλα που ακουμπούν σχεδόν στο μικροσκοπικό νησάκι απέναντι, χωρίζοντας τα νερά σε δυο διαφορετικές παραλίες, τις πιο απάνεμες και ζεστές του νησιού. Τα νερά σχεδόν καίνε!

 

 

Οι κολυμβητικές εξερευνήσεις είναι απόλαυση μέσα στην ασφάλεια του ευρύτερου κλειστού όρμου. Στις 5:30 μ.μ. ο ήλιος κρύβεται πίσω απ’ τα υψώματα, δροσίζει. Συνέχεια της διαδρομής στα Γερά. Τα πέτρινα χαλάσματα χαμηλών –για ζεστασιά– σπιτιών με το τζάκι ξεσκέπαστο τώρα που η στέγη από κλαδιά και λάσπη λείπει.

Τα δρομάκια κι οι αυλίτσες τους ανάμεσα ηρεμούν τον πρωτόγονο τόπο – τον κλεισμένο μέσα στους βράχους. Ένα μοναδικό δέντρο στολίζει το γυμνό βουνό που κρύβει τον ήλιο. Άλλο ένα μονοπάτι ξεκινά από δω, βγάζει στο δρόμο προς την παραλία του Θολού.

Η κατάβαση στην παραλία του Θολού, νότια, γίνεται από μονοπατάκι σημαδεμένο με κούκους. Η εντυπωσιακή, άγρια παραλία χωρίζεται στη μέση από τον μεγαλύτερο από τους γκρεμισμένους βράχους – εδώ κι εκεί υπάρχουν μικρότεροι. Τα νερά είναι δροσερά, τα κατσίκια καταρριχώνται και έρχονται στην παραλία, ως εκεί που σκάει το κύμα.

 

 

Δεξιότερα, πάλι νότια, λίγο δυσκολότερη η κατάβαση στο Σταυρό. Άλλες φορές κατεβαίνω απ’ το στενό μονοπάτι, άλλες φορές απ’ το ξερό ρέμα. Προτιμώ το ρέμα. Με αντιστήριξη ανάμεσα στους μεγάλους τετράγωνους βράχους στην είσοδό του, συνεχίζω κάθετα από μια διαδρομή καθαρής πέτρας, με στενώματα που έχουν πάντα σκιά ακόμα και τις ώρες του μεσημεριού.

Στις στροφές, άλλες φορές βλέπω κι άλλες φορές μαντεύω κάτω τη θάλασσα. Υπάρχουν τρία δύσκολα σημεία, αλλά το ρίσκο είναι μια μικρή πτώση 1-2 μέτρων – ενώ το επίσημο μονοπάτι πιο δεξιά, σε κάποια σημεία, αιωρείται στον γκρεμό!

Καθ’ όλη την κάθοδο με παρακολουθούν από ψηλά κεφάλια κατσικιών μισοκρυμμένα στα πατάρια των βράχων. Φτάνοντας στο επίπεδο της θάλασσας, σ’ ένα ακόμα στένωμα, κάτω απ’ τα κλαδιά της μυρωδάτης λουίζας, στη ρίζα, ταχτοποιημένα σαν από επαγγελματία κηπουρό, βρίσκονται όλα τα κομμένα ξεράδια. Χαμογελώ, γιατί αυτό είναι δικό μου έργο: τα κλάδεψα την προηγούμενη χρονιά, κι είναι ακόμα εκεί, όπως τ’ άφησα – ούτε άνθρωπος, ούτε ζώο, ούτε βροχή τα έχει πειράξει. Μ’ αρέσει αυτό στην Τήλο, εξαφανίζει την ιδέα του χρόνου.

 

 

Η παραλία του Σταυρού φλέγεται στον ήλιο. Κατακόκκινα βότσαλα και άμμος, κλειστή ως βαθιά με κάθετους βράχους, η μάζα των νερών κινείται απαλά με την εσωτερική δύναμή της, αλλά στην επιφάνεια το μελτέμι δε φτάνει ποτέ – αποκόπτεται από τους γύρω βράχινους όγκους. Συχνά αφήνω το σακίδιο εδώ και κολυμπώ για μισή ώρα προς τη μύτη του κόλπου.

Περνώ την ξέρα με τα ψάρια, φτάνω στο παρθένο κολπάκι με τα κάτασπρα βότσαλα που το κύμα έχει σμιλέψει σε βουναλάκια. Απέναντί μου, η άλλη μύτη της χερσονήσου που κλείνει τον κόλπο, κόντρα στον ήλιο που σκιάζει τα μπλε νερά. Πάνω της ασημίζει το χρώμα του απείρου. Την πρώτη φορά που έφτασα εδώ, δάκρυσα μπρος στο μεγαλείο του Αιγαίου.

Η πιο μακρινή απ’ τις παραλίες της νότιας πλευράς είναι ο Άγιος Σέργιος. Εκεί είναι πια το τέρμα του νησιού: μια φιδωτή γαλάζια δαντέλα, ξηρά, θάλασσα, μονόπετροι βράχοι, αφρισμένο το πέλαγος στο βάθος. Πιο κρύα τα νερά εδώ, αλλά και πιο γαλάζια (1,5 χλμ μονοπάτι).

Αντίθετα, στην απομακρυσμένη παραλία του βορρά, τη Σκάφη, τα νερά είναι ζεστά, ακόμη και στο κύμα. Στη Σκάφη πηγαίνει χωματόδρομος, που συνεχίζει σε μονοπάτι 10 λεπτών. Έχει χαμηλή βλάστηση και λαγούς που πετάγονται γύρω και είναι η μόνη σχεδόν ευθεία και ισόπεδη διαδρομή του νησιού. Η Τήλος θέλει γερά παπούτσια, γερά πόδια και γεμάτο το παγούρι του νερού. Δεν χαρίζεται, δεν κατακτιέται… Χαρίζει, αφού πρώτα κατακτά.

Στην ενδοχώρα το Μεγάλο Χωριό, κάθε άλλο παρά μεγάλο, στολίζει με τα παραδοσιακά άσπρα σπιτάκια του και το μεσαιωνικό του κάστρο τον βράχο του Αγίου Στεφάνου. Τα γραφικά σοκάκια με τις γλάστρες στις άκρες των σκαλοπατιών διαδέχονται τα πέτρινα σκαλοπάτια που ανηφορίζουν στην ακρόπολη του αρχαίου οικισμού. Από την ερειπωμένη εκκλησία του Ταξιάρχη, που χτίστηκε πάνω στο ναό του Διός και της Αθηνάς Πολιάδος, φαίνεται κάτω η Έρυστος, ο Άγιος Αντώνιος, απέναντι η Νίσυρος – από δω ήλεγχαν τα λιμάνια οι Ιωαννίτες Ιππότες το 14ο αιώνα.

Απ’ το νησί έχουν περάσει Σαρακηνοί, Ενετοί, Τούρκοι, Ιταλοί – το 1948 ξανάγινε ελληνικό, όπως ήταν από την αρχαιότητα, τον καιρό που η τρυφερή λυρική ποιήτρια Ήριννα έγραφε την «Ηλακάτη». Ηλακάτη στο Μεγάλο Χωριό λέγεται το μπαράκι με την πέτρινη βεράντα, όπου μαζεύονται οι τουρίστες στην πανσέληνο και κοιτούν το φεγγάρι.

Ξεκινώντας απ’ το Μεγάλο Χωριό για κάτω στο λιμάνι, τα Λιβάδια, περνάμε πρώτα από την περιοχή του σπηλαίου Χαρκαδιού, όπου βρέθηκαν οστά πυγμαίων ελεφάντων 50.000-4.000 ετών, οστά ελαφιών 140.000 ετών και λίθινα εργαλεία της νεολιθικής περιόδου (8000-7000 π.Χ.) Το σπήλαιο Χαρκαδιό είναι κλειστό από τους αρχαιολόγους – ετοιμάζεται το μουσείο, όπου θα μεταφερθεί η έκθεση των ευρημάτων από το Μεγάλο Χωριό, δίπλα στο αμφιθέατρο των πολιτιστικών εκδηλώσεων.

Από περιέργεια ένα απόγευμα σκαρφάλωσα πάνω απ’ την ψηλή σιδερένια πόρτα κι έριξα μια ματιά μέσα: ένας πορτοκαλίζων μεγάλος θόλος που φωτίζεται μέχρι μέσα από τη δύση και μυρίζει χώμα και παλαιότητα.

Ο δρόμος συνεχίζει προς το εγκαταλειμμένο Μικρό Χωριό – πέτρινα χαλάσματα σπιτιών, ένα απ’ αυτά έχει γίνει μπαρ και ζωντανεύει το βράδυ το λόφο με τα φώτα και τη μουσική του. Θα κατηφορίσει προς τα Λιβάδια, ένα απ’ τα πιο ζεστά και προστατευμένα λιμάνια του Αιγαίου.

Στο σημείο με τα αμμώδη νεροφαγωμένα πετρώματα που αποκαλώ Κολοράντο, συνάντησα πρώτη φορά τον αγαπημένο όλου του νησιού δήμαρχο-γιατρό Τάσο Αλιφέρη. Είχε κλείσει το δρόμο με το αυτοκίνητό του, κατέβηκα να δω, κρατούσε μισολιπόθυμο ένα γεράκι.

«Είναι άρρωστο» μου λέει. «Να το δω, γιατρέ μου» κάνω να πλησιάσω – πιο όμορφα κίτρινα μάτια δεν είχα δει ούτε σε πουλί, ούτε σε άνθρωπο. «Ούτε παγόνι, λοιπόν, δε φτάνει τη γοητεία του άγριου πουλιού» σκέφτηκα.

«Πρόσεχε», μου φωνάζει, «είναι αρπακτικό, δεν μπορείς να τ’ αγγίξεις…» Ολόκληρο το νησί είναι ζώνη ειδικής προστασίας για τα πτηνά, περιοχή του δικτύου Natura. Μαυροπετρίτες, σπιζαετοί, αετογερακίνες, αιγαιόγλαροι, θαλασσοκόρακες, χαλκοκουρούνες, καθώς και πέρδικες –100 είδη πτηνών– ζουν εδώ. Όλα τα φρόντισε ο γιατρός, καθώς και τους ανθρώπους του – που δεν τον άφησαν ποτέ να φύγει. Είχε έρθει νέος για το αγροτικό του, μαζεύτηκαν όλοι στο λιμάνι τη μέρα που αναχωρούσε και τον κράτησαν για πάντα στο νησί.

Μια άλλη φορά τον είδα που τραβούσε το φορείο με τον άρρωστό του. Ψηλός και δυνατός καθώς ήταν, μόνος του το ανέβασε στο ασθενοφόρο, μόνος του οδήγησε το ασθενοφόρο στο λιμάνι, για το καταμαράν που ο ίδιος πάλεψε να συνδέσει με τη Ρόδο. Γιατρέ, σε θρήνησε όλη η Τήλος, θα σε θυμόμαστε όλοι και θα μας λείπεις…

Κάτω στα Λιβάδια κάθε χρόνο ξεφυτρώνει ένα καινούριο μαγαζάκι, ένα καινούριο καφενεδάκι, ένα καινούριο γεφυράκι στον πλακόστρωτο πεζόδρομο με τα φανάρια όπου γίνεται ο περίπατος της παραλίας. Γραφικές ταβέρνες, η Τράτα, ο Ναυτίλος, η Ηρίννα, ο Μιχάλης, το Άρμενο στην παραλία, ο Φάρος κι η Μαρίνα στο βάθος του κόλπου, ετοιμάζουν ψάρια και κατσικάκι, ζαχαροπλαστεία και παγωτατζίδικα χρωματιστές λιχουδιές, το κλασικό καφενείο της πλατείας τα καφεδάκια του και τα παιδιά παίζουν στο πάρκο με τις πεζούλες μπροστά στο αρχοντικό κτίριο της Αστυνομίας.

Ξύλινα ταμπλό με φωτογραφίες διαφημίζουν τις ημερήσιες εκδρομές στη Σύμη, τη Χάλκη, τη Νίσυρο, τη Ρόδο, το γύρο του νησιού. Οι ξαπλώστρες στα βότσαλα δείχνουν ότι το λιμάνι έχει ακόμα καθαρά νερά, κολυμπιέται.

Πριν προχωρήσω στα σκαλάκια για τα μπακάλικα, πριν πλησιάσω ως εκεί όπου ακούγονται οι μιλιές των ανθρώπων, κάθομαι λίγο ακόμα ακίνητη στη ζώνη της σιωπής. Συλλογίζομαι πόσο αγάπησα αυτό το νησί, αν και τυχαία με πρωτοέβγαλε εδώ το πλοίο. Πόσο ένιωσα το κάθε όμορφο καλοκαίρι να μεγαλώνει σαν αιωνιότητα – την αιωνιότητα να μικραίνει και να χωρά σ’ ένα μόνο όνειρο: την Τήλο, το Αιγαίο.

Πηγή: in.gr