Λεξιστορείν: Σε λατρεύω!

Το ρήμα λατρεύω και το ουσιαστικό λατρεία σημαίνει  «αγαπώ πάρα πολύ, είμαι αφοσιωμένος σε κάποιον ή σε κάτι». Προέρχεται ετυμολογικά από το ουσιαστικό λάτρον.

Η λέξη  αρχικά σήμαινε «εργάζομαι με μισθό, υπηρετώ κάποιον επί πληρωμή», αργότερα πήρε τη σημασία «υπηρετώ τον Θεό» και συνεκδοχικά «αγαπώ τον Θεό», για να επεκταθεί τελικά στη γενικότερη σημασία «αγαπώ κάποιον πάρα πολύ».