Λεξιστορείν: Xτυπάω μπιέλα!

Η μπιέλα είναι εξάρτημα μιας  μηχανής, συνήθως κυλινδρικό, με το οποίο μεταβιβάζεται η κίνηση από ένα τμήμα της μηχανής σ’ άλλο.

Ετυμολογικά προέρχεται από τη γαλλική λέξη bielle (διωστήρας, ιμάντας).

Η έκφραση «χτυπάω μπιέλα» που σημαίνει «κουράζομαι υπερβολικά»  προέρχεται από μια  βλάβη που εμφάνιζαν οι πρώτες μορφές  αυτοκινήτων, η οποία οφειλόταν στο βγάλσιμο ή την κοπή του ιμάντα μετάδοσης της κίνησης.

Έτσι, η έκφραση χρησιμοποιήθηκε μεταφορικά για τον άνθρωπο που δεν μπορεί να κινηθεί, να κάνει κάτι λόγω της υπερβολικής κίνησης και κούρασής του.