Χειμώνας στο Καστελλόριζο, πριν 62 χρόνια

Γράφει ο Κυριάκος Μιχ. Χονδρός


Η Ρόδος, πρωτεύουσα της Δωδεκανήσου, αρχίζει σιγά σιγά να αναπτύσσεται. Συγχρόνως όμως, κάτοικοι των χωριών τραβούν άλλοι στο εξωτερικό και άλλοι έρχονται στη πόλη της Ρόδου.

Τα ελάχιστα πρακτορεία  μετανάστευσης και τουρισμού δουλεύουν αρκετά καλά. Αρκετοί προβλέπουν τη μέλλουσα  οικονομική ανάπτυξη με τον τουρισμό και το εμπόριο. Όσοι αναζητούν εργασία, σ΄όλη την επικράτεια,  πρέπει να έχουν «πιστοποιητικό κοινωνικών φρονημάτων», ακόμα και οι γιατροί του ΙΚΑ. 

Νομάρχης Δωδεκανήσου ο Ιωάννου και Δήμαρχος Ρόδου ο Μιχ. Πετρίδης, αυτός που θα θεμελιώσει τον τουρισμό της Ρόδου. Οι τοπικοί φορείς αντιλαμβάνονται, από τότε,  πως η Ρόδος χρειάζεται νέο νοσοκομείο και νέο λιμάνι. 

Τα πλοία «Μαριλένα», «Μιαούλης», «Παντελής» και «Κανάρης», εκτελούν δρομολόγια από Πειραιά στη Ρόδο με ενδιάμεσους σταθμούς στα νησιά Κω, Κάλυμνο, Λέρο, Πάτμο. Τη Ρόδο και το Καστελλόριζο, συνδέει το θρυλικό «Πανορμίτης». 

Στο νησί αυτό λειτουργούν πέντε σινεμά, τα ονόματα των οποίων είναι: «Εθνικό», «Παλλάς», «Τιτάνια», «Ολύμπια» και «Απόλλων».

Εκείνη την περίοδο η ροδιακή λαογραφία  «απώλεσε» τον Αναστάσιο Βρόντη. Η εφημερίδα «Ροδιακή» δημοσιεύει ενδιαφέροντα άρθρα για την Ιταλοκρατία, τον Άγιο Ισίδωρο και τα Μαριτσά. 

Το χαρακτηριστικό εκείνη της περιόδου είναι το δριμύ ψύχος που ενέσκηψε σε όλη τη Δωδεκάνησο, ενώ πολλοί θάνατοι σημειώθηκαν από το ψύχος στην Αμερική και στην Ισπανία. 

Ο  Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, άφησαν κληρονομιά κατασπαρμένα πυρομαχικά σε διάφορες περιοχές: χειροβομβίδες, βλήματα, βόμβες, νάρκες και διάφορες άλλες πολεμικές ύλες. 

Μετά από αυτή τη σύντομη εισαγωγή στα Δωδεκάνησα και στη Ρόδο, σειρά παίρνει το ακριτικό νησί.

Στο Καστελλόριζο κατοικούν περίπου 800 άνθρωποι που ασχολούνται με την αλιεία, τη κτηνοτροφία και το εμπόριο. Υπάρχουν σταθμοί Χωροφυλακής, Λιμεναρχείου και Τελωνείου. Τα νησιά Ρω και Στρογγυλή συνεχίζουν κι αυτά να κατοικούνται από γεωργοκτηνοτρόφους.

Δήμαρχος ένας φωτισμένος αλλά χαμηλών τόνων, ο Ευάγγελος Κονδυλιός και Γραμματέας του Δήμου ο Μιχάλης Χονδρός, ο οποίος ίδρυσε Δανειστική Βιβλιοθήκη, Ομάδα Ναυτοπροσκόπων, Ομάδα Θεάτρου και Ομάδα Ποδοσφαίρου.

Οι σχέσεις των Καστελλοριζίων και των κατοίκων του Αντίφιλου, σχετικά καλές. Οι Τούρκοι στρατιωτικοί ήταν πάντα εχθρικοί απέναντι στους νησιώτες ψαράδες. Αρκετές φορείς έγιναν συλλήψεις για δήθεν είσοδο στα τουρκικά νερά. Συλλήψεις που ακολουθούσε  βία και  φυλάκιση. Αντίθετα πάρα πολλές ήταν οι φορές που ταχύπλοα τουρκικά σκάφη εκτελούσαν δήθεν ασκήσεις και έφταναν  στο στόμιο του ελληνικού λιμανιού ανενόχλητα.

Κάτω από αυτές τις συνθήκες, υπήρχαν τολμηροί κοντραμπατζήδες που αντάλλασαν προϊόντα με συναδέλφους τους, αδιαφορώντας για τους νόμους κι αυτόν ακόμα τον  θάνατο! 

Στο νησί λειτουργούσαν επαγγελματικές σχολές του «βασιλικού εθνικού ιδρύματος», όπως και στη Λέρο και στην Κω. Ήταν μια πρωτοβουλία των Ανακτόρων και ιδιαίτερα της Φρειδερίκης η οποία κατασκεύασε και άλλα ιδρύματα όπως «το σπίτι του παιδιού» και τις περιβόητες «παιδουπόλεις»,  ένα έγκλημα κατά της Ανθρωπότητας, όπως έχει χαρακτηριστεί. Ανάμεσα τις 52 «παιδουπόλεις» λειτούργησε και μία στη Ρόδο.

Αν εξαιρέσει κανείς το ενδιαφέρον που έδειξε ο Δωδεκανήσιος βουλευτής Στέλιος Κωτιάδης, για τα προβλήματα που αντιμετώπιζαν οι κάτοικοι, θα μπορούσε να υπογραμμιστεί πως κανείς δεν έλαβε σοβαρά υπόψη την κατάσταση που βρισκόταν ένας τόπος που θυσιάστηκε για να αποκτήσει την πολυπόθητη ελευθερία  και να απαλλαχτεί από την μακρόχρονη κατοχή.

Τότε κανείς δεν μας ήξερε. Τότε κανείς δεν μας γνώριζε.

Κι αυτοί ακόμα που κατοικούσαν σε πρωτεύουσες έκρυβαν την καταγωγή τους. 

Θα εμφανιστούν, πολλά χρόνια αργότερα και συγκεκριμένα αμέσως μετά την βράβευση της Δέσποινας Αχλαδιώτη…

Ο οικισμός μετά από τους βομβαρδισμούς των Γερμανών και την ηθελημένη φωτιά των Βρετανών, παρέμενε  κατεστραμμένος, χωρίς το Κράτος να δείξει κάποια μέριμνα. Μέσα από αυτά τα συντρίμμια διασώθηκαν ορισμένοι ναοί και το σχολείο. 

Η Πολιτεία, για πολλές δεκαετίες θα εγκαταλείψει το νησί σε βαρυχειμωνιά.  

Το 6τάξιο Δημοτικό Σχολείο, ένα λαμπρό μαρμαρόστρωτο οικοδόμημα ήταν στελεχωμένο με προβληματικούς εκπαιδευτικούς – πάντα εκείνη την περίοδο – αρκεί να αναφέρουμε πως άλλοτε υπηρέτησε ένας μέθυσος και άλλοτε ένας σχιζοφρενής.

Ποτέ οι μαθητές εκείνης τη περιόδου δεν μπορούν να ξεχάσουν τις μεθόδους διδασκαλίας. Και πώς να ξεχάσουν, όταν δεν υπήρχε εκπαιδευτικό πρόγραμμα, όπως δεν υπήρχε και οικονομική ανόρθωση και στήριξη του πνευματικού και υλικού πολιτισμού; 

Δάσκαλοι χωρίς εκπαιδευτική εμπειρία, ξεκομμένοι από προοδευτικές και πρωτοποριακές αντιλήψεις, ασκούσαν το ράπισμα ως  παιδαγωγική μέθοδο.  Η σωματική βία αποτελούσε καθημερινό φαινόμενο, ένα συνηθισμένο γεγονός ως εργαλείο εκπαιδευτικής συμπεριφοράς.

Κανείς δεν νοιαζόταν για τις συνέπειες και τη ψυχική – κοινωνική εξέλιξη και ανάπτυξη των παιδιών. Και κανείς από τα παιδιά δεν μαρτυρούσε στο οικογενειακό περιβάλλον το «ξύλο». Ίσως  γιατί σε πολλά σπίτια, υπήρχε και εκεί σωματική τιμωρία. Υπήρχαν ακόμα μελανοδοχεία, πένες, στυπόχαρτα. Υπήρχε και ένα μεγάλο καζάνι με φωτιά από κάτω για τα ψηθεί το γάλα ως πρωινό ρόφημα. 

Γενικά τα παιδιά όλων των τάξεων ήταν αγαπημένα και υπήρχε αλληλεγγύη. 

Για την ιστορία, οι μαθητές της ΣΤ΄ τάξης του Δημοτικού Σχολείου, με αλφαβητική σειρά ήσαν: Αχλαδιώτη Αικατερίνη του Δημητρίου, Αμύγδαλος Κωνσταντίνος του Γεωργίου, Καραγεωργίου Ευάγγελος του Γεωργίου, Κοντούζογλου Χριστίνα του Χριστοφόρου, Κουφός Σωτήριος του Νικολάου, Πατινιώτη Μαρία του Μιχαήλ, Σάκκαρης Φίλιππος του Θεμιστοκλή, Σαμψάκος Γεώργιος του Ιωάννη, Τσάπατζη Ειρήνη του Λουκά, Χονδρός Κυριάκος του Μιχαήλ και Χριστοδούλου Μιχαλάκαινα του Ιωάννου. 

Το Κράτος των Αθηνών, γνώριζε τη διεύθυνση του νησιού, και συχνά γινόταν αποστολή ειδικών εντύπων που προπαγάνδιζαν το Παλάτι και τα κόμματα που προσκυνούσαν σ’ αυτό ενώ παράλληλα γινόταν πλύση εγκεφάλου για τους «αναρχοκομμουνιστές». Καμιά φωνή συμφιλίωσης και αδερφοσύνης. 

Μέσα σ’ αυτή την καταχνιά, υπήρχαν χαραμάδες προς τον ήλιο.

Αυτός που υπογράφει τούτες τις γραμμές, είχε την τύχη να έχει πρόσβαση σε μια μεγάλη βιβλιοθήκη ενός γιατρού που εγκατέλειψε το νησί. Πρώτα πρώτα υπήρχε το «επιστημονικό» περιοδικό «Ήλιος» και η εγκυκλοπαίδεια «Ήλιος»,  κοντά σε έργα σπουδαίων λογοτεχνών όπως Αλ. Παπαδιαμάντης, Ηλ. Βενέζης, Μ. Καραγάτσης, Στρ. Μυριβίλης, Κ. Παλαμάς, Γ. Βιζυηνός, Γ. Σουρής και Μιχ. Πετρίδης (ποιητής).

Ακόμα βρέθηκε ένα έργο του Γ. Ρίτσου (1960) «Το χορικό των σφουγγαράδων». 

Να μην ξεχάσουμε και τα λαϊκά αναγνώσματα, όπως το «Ρομάντζο», ο «Θησαυρός», οι «Εικόνες», ο
«Ταχυδρόμος» και τόσα άλλα που υπήρχαν, κείμενα παραλογοτεχνίας μεν, αλλά  καταχωρούσαν δε  και σπουδαία αναγνώσματα νεοελληνικής φιλολογίας.

Έτσι το διάβασμα και η μάθηση που δεν γινόταν στις αίθουσες του σχολείου, γινόταν στο σπίτι. 
Μέσα από κείμενα πεζά ή ποίησης μαθαίνεις να βλέπεις τον κόσμο με άλλο μάτι.  

Μια άλλη χαραμάδα ζωής, ήταν η επαφή με τους απόδημους της Αυστραλίας, της Αμερικής, του Καναδά, της Ευρώπης. Αυτοί οι άνθρωποι στήριξαν στα δύσκολα, πέτρινα χρόνια όσους δεν μπόρεσαν να δραπετεύσουν. Αυτοί οι άνθρωποι με πράξεις και όχι με λόγια βοήθησαν όσους παρέμειναν στον βράχο. 

Εκείνο που έδινε κάποια ψυχαγωγία και  θετική εντύπωση ήταν ο ερχομός του πλοίου της γραμμής. Αρκεί να υπήρχε μπουνάτσα για να εκτελεστεί το δρομολόγιο. Διαφορετικά υπήρχαν μέρες χωρίς αλεύρι, χωρίς πρώτες ύλες, χωρίς φάρμακα. 

Το πλοίο που έμεινε στην ιστορία, από κάθε άλλο,  ήταν  ο «Πανορμίτης». Ερχόταν από τη Ρόδο δυο φορές την εβδομάδα, με επιβάτες και εμπορεύματα. Τα παιδιά, όπως στα χωριά έτρεχαν στο λεωφορείο, έτσι και στο νησί έτρεχαν να δουν το σιδερένιο βαπόρι, με λαχτάρα και αναμονή.   

Το να περιγράψει κανείς το σκάφος, ίσως να είναι ανώφελο. Αξία μεγάλη έχει ο καπετάνιος του. Κι αυτός ήταν ένα ωραίος τύπος, γεμάτος χιούμορ, γλεντζές, γυναικάς, και πάνω απ’ όλα άριστος καπετάνιος.

Ταξίδευε κόντρα στον καιρό, αψηφούσε θεόρατα κύματα που σκέπαζαν πρύμνη, πλώρη και αμπάρι.

Ταξίδευε γιατί γνώριζε πως είναι το μοναδικό μέσο που περιμένουν οι νησιώτες. Ο καπετάν Σταύρος, ένας γενναίος θαλασσόλυκος, είχε γνωρίσει όταν ήταν νέος την κατοχή, την πείνα και τη φτώχεια. Ο Θεός να τον αναπαύσει.

Φυσικά υπήρχαν και άλλοι καπετάνιοι με το «Πανορμίτης», αλλά γι αυτούς θα μιλήσουμε προσεχώς. 
Πέρασαν από τότε 62 χρόνια! Και τώρα όλα άλλαξαν.

Πέρασε ο χρόνος κι άφησε στα πρόσωπα ρυτίδες, μα δεν ευχαριστήθηκε, πήρε και τις ελπίδες. 

Μα αν κάποιος έχει αποφοιτήσει από το μεγάλο σχολείο της καρτερίας και της μοναξιάς, δεν φοβάται ούτε μπόρες, ούτε καταιγίδες, ούτε τη σύγχρονη ανθρωποφαγία. Γιατί μπορεί ο χρόνος να αλλάζει  το τοπίο, όμως ο άνθρωπος που έχει βιώματα μπορεί να σεβαστεί τον συνάνθρωπό του, να εκτιμήσει το ψωμί και τον ιδρώτα, να νιώσει το ηλιοβασίλεμα και το χρώμα της αυγής. Εξάλλου το ισχυρότερο όπλο του ανθρώπου είναι η ψυχή και η ελπίδα.