Απόλυτοι «άρχοντες»  διαιτητής και γιατρός αγώνα

Το σκεπτικό, με το οποίο η Δευτεροβάθμια Επιτροπή Εφέσεων της ΕΠΟ απέρριψε της προσφυγή της Τήλου για τη γνωστή υπόθεση του αγώνα της με τον Ηρακλή Λάρδου, παρουσιάζει η «Α.Ρ.».  

Η Δ.Ε.Ε. επιβεβαιώνει, με τρόπο απόλυτο,  τον ρόλο του διαιτητή ως του ανθρώπου που είναι αποκλειστικά αρμόδιος να αξιολογήσει τις συνθήκες διεξαγωγής ενός αγώνα (όπως και τη σοβαρότητα τυχόν επεισοδίων) και να αποφασίσει αν πρέπει να προχωρήσει σε προσωρινή ή οριστική διακοπή, ενώ ανάλογα τοποθετείται και για τον ρόλο του γιατρού του αγώνα. Αυτός είναι που κρίνει επί τόπου αν ένας ποδοσφαιριστής, τον οποίο εξετάζει, είναι σε θέση να συνεχίσει να αγωνίζεται.

Εν ολίγοις, η Δ.Ε.Ε. τονίζει πως από τη στιγμή που ο γιατρός του αγώνα δεν διέγνωσε τραυματισμό του ποδοσφαιριστή της Τήλου, Ηρακλή Σακελλάρη, μετά από απώθησή του από φίλαθλο του Ηρακλή Λάρδου και τον έκρινε ικανό να συνεχίσει να παίζει και, ο διαιτητής Νίκος Διακοφιλιππής κάλεσε τις δύο ομάδες να επιστρέψουν στον αγωνιστικό χώρο μετά από προσωρινή διακοπή, κρίνοντας πως η τάξη στο γήπεδο είχε αποκατασταθεί, η Τήλος κακώς εγκατέλειψε.  Το περιστατικό με τον Ηρακλή Σακελλάρη χαρακτηρίζεται μεμονωμένο, ενώ υπογραμμίζεται η απουσία επαρκών αποδεικτικών στοιχείων που θα τεκμηρίωναν τις θέσεις των Τηλιακών.

Το πλέον ενδιαφέρον μέρος του σκεπτικού της επιτροπής της ΕΠΟ:      
«Ο ισχυρισμός της φιλοξενούμενης ομάδος ότι ο διαιτητής ήταν υποχρεωμένος να διακόψει το παιχνίδι υπέρ της, να κρίνει υπαίτιο διακοπής το γηπεδούχο σωματείο (Ηρακλής Λάρδου) και να επιβάλει σε αυτό τις νόμιμες κυρώσεις που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 21 του ΚΑΠ, λόγω του ότι οπαδοί της γηπεδούχου εισήλθαν στον αγωνιστικό χώρο στο 89ο λεπτό του αγώνα και κτύπησαν τον παίκτη της ομάδας τους, Ηρακλή Σακελλάρη, ο οποίος μάλιστα τραυματίστηκε και διακομίστηκε στο «Γενικό Νοσοκομείο Ρόδου» ελέγχεται απορριπτέος ως αβάσιμος.

Τούτο γιατί σύμφωνα με το άρθρο 5 των Κανόνων Παιχνιδιού (Law of games) εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του διαιτητή όταν υπάρχει «Εξωτερική Παρέμβαση» στο παιχνίδι να σταματά τον αγώνα, να τον διακόπτει προσωρινά, ή οριστικά.

 Εξάλλου, όπως προαναφέρθηκε, ο αναφερόμενος τραυματισμός του παίκτη δεν διαγνώσθηκε από τον ιατρό του αγώνα, ο οποίος αντιθέτως βεβαίωσε, μετά την εξέταση του αθλητού, τη δυνατότητά του να συνεχίσει τον αγώνα.

Σε κάθε περίπτωση λεκτέον εστί ότι η διαπίστωση της σοβαρότητας ενός τραυματισμού δεν μπορεί να ανήκει στην αρμοδιότητα του διαιτητή, ο οποίος στερείται των ειδικών ιατρικών γνώσεων που απαιτούνται για τέτοιου είδους αξιολόγηση, παρά μόνο στον ιατρό του αγώνα, ο οποίος πράγματι κατέχει, εκ της ιδιότητός του και μόνο, κα’ αντικειμενικό και αδιαμφισβήτητο τρόπο τις ειδικές αυτές γνώσεις.

Στην προκείμενη περίπτωση ο διαιτητής του αγώνα έθεσε στον ιατρό του αγώνα το ερώτημα «αν, κατά την ιατρική του άποψη, ο εξετασθείς δύναται να συμμετάσχει κανονικά στη διεξαγωγή του αγώνα» με τον ιατρό του αγώνα να απαντάει καταφατικά.

Η επιστημονική αυτή άποψη του ιατρού του αγώνα, η οποία καταγράφηκε και σε επίσημη έκθεσή του, που επισυνάπτεται στην έκθεση του παρατηρητή του αγώνα και μνημονεύεται ρητώς στο Φ.Α., είναι δεσμευτική για τον διαιτητή, ενώ ταυτόχρονα ο ιατρός του αγώνα, δια της υπογραφής του, φέρει κάθε ευθύνη για τις διαπιστώσεις και τα συμπεράσματα της πραγματοποιηθείσας από τον ίδιο εξέτασης, όπως αυτά καταγράφονται στην έκθεσή του.

Αντίθετη παραδοχή θα οδηγούσε σε ανεπίτρεπτη ακύρωση του ρόλου του ιατρού του αγώνα ως αξιωματούχου του αγώνα και σε αυθαίρετες κρίσεις του διαιτητή για ιατρικά θέματα, που εκφεύγουν της αρμοδιότητας και των καθηκόντων του, όπως αυτά περιγράφονται στο άρθρο 5 των Κανόνων Παιχνιδιού (αρ. αποφ. 33/2018 Διαιτητικό Δικαστήριο της ΕΠΟ).

Η κρίση αυτή που Δικαστηρίου δεν αναιρείται από την προσκομιζόμενη με επίκληση από την εκκαλούσα Ιατρική Βεβαίωση, εκδοθείσα από το Τμήμα Επειγόντων Περιστατικών του Γενικού Νοσοκομείου Ρόδου «Ανδρέας Παπανδρέου», που προσκομίζει η φιλοξενούμενη ομάδα στην οποία βεβαιώνεται ότι ο παίκτης της φιλοξενούμενης ομάδας αφού εξετάστηκε στο Τμήμα Επειγόντων Περιστατικών του Νοσοκομείου ευρέθηκε να πάσχει από κάκωση ΑΜΣΣ έπειτα από αναφερόμενο τραυματισμό και του συνεστήθη ανάπαυση τριών ημερών, γιατί η εν λόγω ιατρική βεβαίωση-που δεν συμβαδίζει με τη διάγνωση του ιατρού του αγώνα-αναφέρει ότι διαγνώσθηκε κάκωση από «αναφερόμενο τραυματισμό» και ουδόλως δικαιολογεί τη σύσσωμη αποχώρηση της εκκαλούσας από το γήπεδο και κατ’ επέκταση τη μη συμμετοχή της κατά τον χρόνο επανέναρξης του παιχνιδιού.

  Επί του έτερου δε ισχυρισμού της εκκαλούσας ότι εξαιτίας της έκρυθμης κατάστασης που επικρατούσε και του ενδεχομένου επανάληψης επεισοδίων από οπαδούς της γηπεδούχου σε βάρος παικτών της ομάδας τους, αναγκάστηκε να αποχωρήσει από το γήπεδο λόγω της ψυχολογικής πίεσης που υπέστησαν οι παράγοντες και οι παίκτες της ομάδος τους και της αίσθησης ανασφάλειας που τους διακατείχε η οποία εντάθηκε από το γεγονός ότι δεν υπήρχε Αστυνομία στο γήπεδο για να εγγυηθεί την ομαλή συνέχιση του αγώνα και η είσοδος στον αγωνιστικό χώρο ήταν ελεύθερη για τους οπαδούς της  γηπεδούχου λόγω της καταστροφής, από τους τελευταίους, της πόρτας που οδηγεί στον αγωνιστικό χώρο λεκτέα τα εξής:

Από κανένα στοιχείο της δικογραφίας και δη από τις εκθέσεις των αξιωματούχων του αγώνα (Φ.Σ., έκθεση Παρατηρητού) ή από έγγραφο της Αστυνομικής Αρχής προέκυψε ότι προκλήθηκαν φθορές εντός του γηπέδου από τους οπαδούς της γηπεδούχου ομάδος.

Ούτε όμως αποδείχθηκε ότι οι συνθήκες διεξαγωγής του αγώνα ήσαν εξαιρετικά δυσμενείς και άσκησαν στην εκκαλούσα τέτοια ψυχολογική πίεση, ώστε να υπερβαίνει τις δυνατότητες του μέσου κοινωνικού ανθρώπου η συμμόρφωση προς αυτό που πρέπει, ώστε να μην δύναται να καταλογισθεί υπαιτιότητα στους αθλητές  που δεν προσήλθαν στον αγωνιστικό χώρο για τη συνέχιση του αγώνα και κατ’ επέκταση στην φιλοξενούμενη ομάδα.

Και τούτου γιατί όπως προέκυψε από τα στοιχεία της δικογραφίας η απώθηση του παίκτη της φιλοξενούμενης ομάδος από οπαδούς της εκκαλούσας αποτέλεσε μεμονωμένο περιστατικό που με την άμεση επέμβαση των παρευρισκομένων έληξε και αποκαταστάθηκε η τάξη και για το λόγο αυτό ο Διαιτητής, μετά και τη διαβεβαίωση του ιατρού του αγώνα ότι ο παίκτης της φιλοξενούμενης ομάδος μπορεί να συνεχίσει και εφόσον διαπίστωσε ότι πληρούντο οι κατάλληλες συνθήκες ασφαλείας του γηπέδου κάλεσε τους εκπροσώπους των ομάδων να εμφανιστούν στο κέντρο του γηπέδου και τους ενημέρωσε ότι ο αγώνας θα συνεχιζόταν κανονικά.

Με δεδομένο επομένως ότι σύμφωνα με το άρθρο 5 των Κανόνων Παιχνιδιού (Law of games) οι αποφάσεις του διαιτητή και των άλλων αξιωματούχων αγώνα, πρέπει πάντα να είναι σεβαστές η μη εμφάνιση της εκκαλούσας στον αγωνιστικό χώρο για την επανέναρξη του παιχνιδιού, μετά τη σχετική εντολή που εδόθη από τον διαιτητή και στα δύο διαγωνιζόμενα σωματεία, ήταν αδικαιολόγητη και έρχεται σε αντίθεση με το άρθρο 4 παρ. 1 του ΚΑΠ».