Λεξιστορείν: Βαριέμαι!

Το ρήμα βαριέμαι  σημαίνει «αισθάνομαι τεμπελιά, καταλαμβάνομαι από ανία, δεν έχω όρεξη να κάνω κάτι».

Προέρχεται από μετάπλαση του αρχαίου  ρήματος  βαρούμαι = αισθάνομαι πλήξη, δυσανασχετώ  που αποτελεί τη  μέση φωνή του βαρέ-ω – βαρώ  = πιέζω με το βάρος μου.

Ευκολοκατανόητη είναι η επιρροή της λέξης βάρος στον σχηματισμό της λέξης, μιας και το ψυχολογικό  βάρος κι η πίεση  που νιώθει κάποιος είναι ουσιαστικά αυτή που οδηγεί κάποιον να βαριέται, να βρίσκεται σε αδυναμία βρει τι θέλει να κάνει.