Λεξιστορείν: Με θεράπευσε!

Το ρήμα θεραπεύω έχει σήμερα τη σημασία «αποκαθιστώ την υγεία κάποιου, γιατρεύω». 

Ετυμολογικά προέρχεται από τη λέξη θέραψ- απος (παράλληλος τύπος της λέξης θεράπων).

Αρχική σημασία του ρήματος ήταν «υπηρετώ κάποιον ως θεράπων», δηλαδή ως  ακόλουθος,  ενώ αργότερα έλαβε τη γενικότερη σημασία «υπηρετώ, ασχολούμαι επιμελώς με κάτι, φροντίζω».

Η σημασία «παρέχω ιατρική φροντίδα» είναι υστερογενής και προήλθε από την καθημερινή γλώσσα για να εισέλθει στη γλώσσα της ιατρικής εις βάρος  των αρχαίων όρων ιατρεύω και ιώμαι.