Λεξιστορείν: Λαχάνιασα!

Το ρήμα λαχανιάζω έχει τη σημασία «δυσκολεύομαι να αναπνεύσω λόγω έντονης προσπάθειας, ασθμαίνω, κοντανασαίνω».

Το ρήμα ανάγεται στο αρχαίο αναχάσκω ή αναχαίνω (=ανοίγω διάπλατα το στόμα). Από την υποτακτική αορίστου αναχάνω σχηματίστηκε το μεσαιωνικό αναχανιάζω.

Κατόπιν με σίγηση του αρχικού φωνήεντος «α» και τροπή του «ν» σε «λ» σχηματίστηκε ο νεοελληνικός τύπος λαχανιάζω.