Τεκμηριωμένη διεκδίκηση του μειωμένου ΦΠΑ

Συνέχεια στις συντονισμένες και συστηματικές δράσεις για τη διατήρηση των μειωμένων συντελεστών στα νησιά , δίνουν οι νησιώτες Δήμαρχοι του Ανατολικού Αιγαίου αποστέλλοντας καταγγελία προς την επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων για τη μη τήρηση του κοινοτικού δικαίου, σχετικά με την κατάργηση του μειωμένου συντελεστή στα νησιά του Αιγαίου.

Την καταγγελία υπογράφουν ο Δήμαρχος Λέσβου & Πρόεδρος της Π.Ε.Δ. Βορείου Αιγαίου, Σπύρος Γαληνός, ο Δήμαρχος Χίου, Μανώλης Βουρνούς, ο Δήμαρχος Σάμου, Μιχάλης Αγγελόπουλος, ο Δήμαρχος Κω, Γιώργος Κυρίτσης, ο Δήμαρχος Λέρου, Μιχάλης Κόλιας και ο Δήμαρχος Ρόδου & Πρόεδρος της Π.Ε.Δ. Νοτίου Αιγαίου, Φώτης Χατζηδιάκος.

Συγκεκριμένα στην καταγγελία σημειώνεται το ισχύον κανονιστικό πλαίσιο για τη νησιωτικότητα, τόσο σε εθνικό όσο και σε ενωσιακό επίπεδο, κάνοντας αναφορά σε συγκεκριμένα άρθρα του Συντάγματος της Ελλάδας, αλλά και της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης με αναφορά στις νησιωτικές και παραμεθόριες περιοχές, γεγονός που κάνει σαφές ότι η νησιωτικότητα αναγνωρίζεται ως ιδιαίτερη συνθήκη από το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Αιγαίο, φυσικό σύνορο της ΕΕ
Η περίπτωση της Ελλάδας και δη των νησιών του Αιγαίου που αποτελούν το φυσικό σύνορο της ΕΕ μπορεί να μην έχει συμπεριληφθεί στο άρθρο 349 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή σε κάποια άλλη αντίστοιχη διάταξη του πρωτογενούς δικαίου, εντούτοις, οι ιδιαίτερες συνθήκες που επικρατούν στα νησιά του Αιγαίου όμως έχουν αναγνωριστεί σε λοιπά νομοθετήματα του παράγωγου δικαίου.

Στους εν λόγω κανονισμούς και οδηγίες γίνεται σαφής και ρητή μνεία στις δυσχέρειες, οι οποίες προκαλούνται από το νησιωτικό χαρακτήρα, τη μικρή έκταση και την απόσταση από τις αγορές των μικρών νησιών του Αιγαίου, με εξαίρεση την Κρήτη και την Εύβοια.

Ειδικότερα, αναφορικά με την Οδηγία 2006/112/ΕΕ, στο άρθρο 120 αυτής ορίζεται ότι «Η Ελλάδα μπορεί να εφαρμόζει στους νομούς Λέσβου, Χίου, Σάμου, Δωδεκανήσου, Κυκλάδων και στα νησιά Θάσος, Βόρειες Σποράδες, Σαμοθράκη και Σκύρος χαμηλότερους συντελεστές έως 30% από τους αντίστοιχους που εφαρμόζονται στην ηπειρωτική Ελλάδα.».

Το ειδικό αυτό καθεστώς θεσμοθετήθηκε με τη Συνθήκη προσχώρησης της Ελλάδας στην Ε.Ο.Κ. το 1981 και διατηρήθηκε και μετά τη λειτουργία της Εσωτερικής Αγοράς με την εφαρμογή της Οδηγίας 92/77/Ε.Ο.Κ. (μετά από διαπραγματεύσεις) και ενσωματώθηκε τελικά στην Οδηγία 2006/112/ΕΚ σχετικά με το κοινό σύστημα φόρου προστιθέμενης αξίας, η οποία κωδικοποίησε όλη τη σχετική νομοθεσία.

Οδηγός η Πορτογαλία απέναντι στην κατάργηση
Η προσπάθεια κατάργησης του ειδικού καθεστώτος ΦΠΑ στα νησιά του Αιγαίου έρχεται σε μια περίοδο που η ΕΕ συζητά συνολικά τη διαδικασία τροποποίησης των υφιστάμενων κανόνων για το ΦΠΑ. Όμως είναι γεγονός πως επικρατεί μια σχετική αδράνεια της Ελληνικής Κυβέρνησης ως προς την εξασφάλιση εκ νέου του ειδικού αυτού καθεστώτος για τα νησιά του Αιγαίου.

Στον αντίποδα, βρίσκεται το παράδειγμα της Πορτογαλίας, η οποία -αν και είναι και αυτή χώρα που έχει υπαχθεί σε μνημονιακές δεσμεύσεις-, διατηρεί τη δυνατότητα εφαρμογής μειωμένων συντελεστών ΦΠΑ, όπως της είχε χορηγηθεί και στο παρελθόν.

Έτσι, στο άρθρο 100 προβλέπεται ότι «η Πορτογαλία μπορεί, για τις συναλλαγές που διεξάγονται στις αυτόνομες περιοχές των Αζορών και της Μαδέρας και για τις άμεσες εισαγωγές στις δύο αυτές περιοχές, να εφαρμόζει συντελεστές κατώτερους από εκείνους που εφαρμόζονται στην ηπειρωτική χώρα.

Ωστόσο, ο κανονικός συντελεστής δεν είναι κατώτερος του 15%». Δυστυχώς, όμως δεν υφίσταται αντίστοιχη πρόβλεψη για τα νησιά του Αιγαίου, αν και, όπως προαναφέρθηκε, έχουν ρητά αναγνωριστεί οι ιδιαίτερες δυσχέρειες που αντιμετωπίζουν οι εν λόγω νησιωτικές επιλογές.

Είναι φανερό, λοιπόν, ότι η ενδεχόμενη κατάργηση του άρθρου 120 της Οδηγίας 2006/112/ΕΚ, που προβλέπει την εφαρμογή μειωμένου συντελεστή για τα νησιά του Αιγαίου, αντίκειται στην αρχή της ίσης μεταχείρισης, για το λόγο ότι τα ελληνικά νησιά θα αντιμετωπιστούν διαφορετικά και κατά τρόπο υποδεέστερο συγκριτικά με άλλες νησιωτικές περιοχές, αν και αντιμετωπίζουν παρόμοιες καταστάσεις.

Τα μειονεκτήματα έναντι ανταγωνιστών
Ο τουρισμός, παρ’ όλη την ύφεση, είναι ο κλάδος που μέχρι σήμερα λειτουργεί αποδοτικά αποτελώντας μια σημαντική πηγή εσόδων. Το τουριστικό προϊόν αναμένεται να γίνει πιο ακριβό με αποτέλεσμα τη συρρίκνωση του τζίρου των τουριστικών επιχειρήσεων με ό,τι αυτό συνεπάγεται (π.χ. αύξηση ανεργίας). Παράλληλα, με αυτόν τον τρόπο, ευνοούνται εμμέσως οι ανταγωνίστριες, σε ό,τι αφορά τον τουρισμό, χώρες τόσο της ΕΕ (Ισπανία, Ιταλία κ.ά) όσο και της λεκάνης της Μεσογείου (Τουρκία, Μαρόκο κ.ά.).

Όπως προκύπτει από επίσημα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της EUROSTAT, η Ελλάδα έχει τους υψηλότερους συντελεστές ΦΠΑ από όλες τις τουριστικές ανταγωνίστριες χώρες της ΕΕ, με εξαίρεση την Κροατία (25%), ενώ οι συντελεστές ΦΠΑ της Ελλάδας είναι πολύ πιο υψηλοί εν σχέσει με υπαρκτούς ή δυνητικούς τουριστικούς ανταγωνιστές στη λεκάνη της Μεσογείου.

Παρατηρείται, με άλλα λόγια, μια «νόθευση του ανταγωνισμού» με την κατάργηση του μειωμένου συντελεστή ΦΠΑ στα ελληνικά νησιά, τα οποία τίθενται σε υποδεέστερη θέση, σε σχέση με άλλους ευρωπαϊκούς - και μη -  τουριστικούς προορισμούς, και τα οποία καλούνται να σεβαστούν τους κανόνες του ανταγωνισμού και της ελεύθερης οικονομίας, χωρίς, όμως, να έχουν διαφυλαχθεί γι’ αυτά κανόνες ίσων όρων.

Απουσία μελέτης
Αξιοσημείωτο είναι πως υπάρχουν διαθέσιμα εργαλεία που χρησιμοποιούνται για να εξεταστούν πιο συστηματικά και εκ των προτέρων οι ενδεχόμενες επιπτώσεις μιας προτεινόμενης ρύθμισης ή τροποποίησης στην οικονομία, την κοινωνία, το περιβάλλον και τον πολίτη. Στην περίπτωση της κατάργησης των μειωμένων συντελεστών ΦΠΑ στη χώρα μας όμως, δεν διεξήχθη εκ μέρους της Ελληνικής Κυβέρνησης καμία τέτοια μελέτη.

Ως εκ τούτου δεν μπορεί να διαπιστωθεί αν μια τέτοια κατάργηση σέβεται κατ’ αρχάς την αρχή της αναλογικότητας ή επιπλέον, αν μέσω μιας οικονομοτεχνικής μελέτης θα γινόταν γνωστό το προβλεπόμενο κόστος ή τα οφέλη από την κατάργηση ενός τέτοιου μειωμένου συντελεστή και ιδίως κατά πόσο τα αναμενόμενα οφέλη υπερσκελίζουν το κόστος που καλούνται να επωμιστούν τα εν λόγω νησιά του Αιγαίου και οι κάτοικοί τους.

Μάλιστα, στο σημείο αυτό αξίζει να αναφερθεί, ότι, βάσει δεδομένων της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής, η συνεισφορά των περιφερειών που υπάγονται στο ειδικό καθεστώς ΦΠΑ στα κρατικά έσοδα δεν θεωρείται τόσο σημαντική ούτως ώστε η αύξηση των συντελεστών ΦΠΑ κατά 30% να βελτιώσει σημαντικά τα κρατικά έξοδα.

Σύμφωνα, λοιπόν, με αυτά τα δεδομένα δημιουργούνται σοβαρά ερωτηματικά σχετικά με τη συμβατότητα της κατάργησης του μειωμένου συντελεστή στα νησιά του Αιγαίου με τα άρθρα 5 και 9 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση καθώς και το άρθρο 174 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Με αυτήν την επιχειρηματολογία και τη νομική τεκμηρίωση επιχειρείται το θέμα του νησιωτικού ΦΠΑ να ρθει για συζήτηση στα όργανα της Ε.Ε., τη στιγμή που η κυβέρνηση σιωπά και δεν έχει κάνει καμιά κίνηση.