Η νόσος Parkinson και η συμβολή της φυσικοθεραπείας στην αντιμετώπισή της

Γράφει ο Αλέξανδρος Α. Ορφανός
Φυσικοθεραπευτής, Πτυχιούχος Α.Τ.Ε.Ι Στερεάς Ελλάδας

Εισαγωγή

Η νόσος Parkinson αποτελεί μία χρόνια, προοδευτική νευρολογική πάθηση που αφορά τη δυσλειτουργία των βασικών γαγγλίων και επηρεάζει κατά κύριο λόγο τη κίνηση. Συναντάμε δύο τύπους της νόσου: Ο πρώτος και συνηθέστερος τύπος είναι ο πρωτοπαθής που είναι γνωστός και ως ιδιοπαθής νόσος Parkinson, καθώς δεν αναγνωρίζονται κάποια προφανή αίτια και ο δεύτερος είναι ο δευτεροπαθής. Αυτός εκδηλώνεται ως συνέπεια άλλων παθήσεων και είναι δυνατόν να σχετίζεται με εγκεφαλίτιδα, αλκοολισμό, κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις και αγγειακά εγκεφαλικά επεισόδια.

Επιδημιολογία
Η νόσος Parkinson συνοδεύεται από σοβαρές κινητικές διαταραχές που οδηγούν στη μείωση της λειτουργικότητας και της ικανότητας αυτοεξυπηρέτησης του ασθενούς. Εκδηλώνεται κυρίως μεταξύ των ηλικιών 50-80 ετών και σύμφωνα μάλιστα με στοιχεία της Ευρωπαϊκής Εταιρίας για τη νόσο Parkinson (E.P.D.A), περίπου το 1% των ανθρώπων σε ηλικία άνω των 60 παρουσιάζει τη νόσο. Επιπλέον υπάρχει και η νεανική μορφή της νόσου που εμφανίζεται σε άτομα κάτω των 40 ετών σε ποσοστό 5-10% των συνολικών ασθενών με νόσο Parkinson.

Παθοφυσιολογία
Εν συντομία είναι σημαντικό να γνωρίζουμε ότι τα νευρικά μας κύτταρα χρησιμοποιούν σαν νευροδιαβιβαστή, την ντοπαμίνη για τον έλεγχο της μυϊκής κίνησης. Η νόσος Parkinson αποτελεί διαταραχή των νευρώνων που παράγουν την ντοπαμίνη και έτσι καθώς αυτή ελαττώνεται, ορισμένες νευρικές οδοί εμφανίζουν ανεπαρκή ενεργοποίηση. Χωρίς την ντοπαμίνη, τα νευρικά κύτταρα του εγκεφάλου μας δεν μπορούν να στείλουν φυσιολογικά μηνύματα, γεγονός το οποίο οδηγεί στην προοδευτική απώλεια της μυϊκής λειτουργίας.

Συμπτώματα
Τα συμπτώματα μπορεί να είναι ήπια στην αρχική φάση της νόσου. Όμως προοδευτικά αυτά επιδεινώνονται και οι μεταβολές που συμβαίνουν στο σώμα καθίστανται μόνιμες. Ένας ασθενής με νόσο Parkinson, ανατομικά παρουσιάζει, πρόσθια κάμψη κορμού, ελαφριά κάμψη των ισχίων και των γονάτων καθώς και κάμψη των άνω άκρων στους αγκώνες και τους καρπούς. Τα συμπτώματα είναι τα εξής: 
• Τρόμος ηρεμίας: Εμφανίζεται στην ηρεμία και εξαφανίζεται κατά την εκούσια κίνηση και τον ύπνο.
• Βραδυκινησία: Εκδηλώνεται κατά την πραγματοποίηση των καθημερινών δραστηριοτήτων και εμφανίζονται τα εξής χαρακτηριστικά: α) Διαταραχή βάδισης (αργή βάδιση με μικρά συρόμενα βήματα), β) καθυστέρηση ή σταμάτημα των αυτόματων κινήσεων, γ) επιβράδυνση των κινήσεων του στόματος που οδηγεί σε διαταραχές της ομιλίας, δ) αλλάζει ο τρόπος γραφής του ασθενούς (κάνει μικρά γράμματα), ε) παρουσιάζει ανέκφραστο πρόσωπο.

• Δυσκαμψία: Είναι η αντίσταση κατά την παθητική κίνηση των αρθρώσεων και παρατηρείται στον κορμό και στα άκρα. Να τονίσουμε εδώ, ότι λόγω της δυσκαμψίας, αυξάνεται η κατανάλωση της ενέργειας του ασθενούς κατά τη διάρκεια της ημέρας με αποτέλεσμα η παρουσία της είναι πιθανόν να σχετίζεται με την κόπωση που εμφανίζουν αυτά τα άτομα μετά από ασκήσεις.
• Διαταραχή της ισορροπίας και της στάσης σώματος: Αυξάνει τον κίνδυνο πτώσεων.
• Άλλα συνοδά συμπτώματα της νόσου αποτελούν: Η διαταραχή του ύπνου, η δυσφαγία, η ορθοστατική υπόταση, η κατάθλιψη, η δυσκοιλιότητα και η άνοια.

Φυσικοθεραπευτική αντιμετώπιση
Μέχρι σήμερα δεν υπάρχει κάποια συγκεκριμένη θεραπεία η οποία να αποτρέπει την εξέλιξη της νόσου. Όλες οι θεραπευτικές παρεμβάσεις αποσκοπούν στον έλεγχο των συμπτωμάτων. Η φυσικοθεραπεία αποτελεί πολύτιμο συμπλήρωμα της φαρμακευτικής αγωγής για τους ασθενείς και μάλιστα είναι πολύ σημαντικό να είναι σχεδιασμένη στα πλαίσια των καθημερινών δραστηριοτήτων τους, όπως είναι η βάδιση, η αλλαγή κατεύθυνσης, η μετάβαση στην όρθια και καθιστή θέση, η έγερση από το κρεβάτι καθώς και η εξάσκηση της γραφής σε χαρτί. Επιπλέον, η άσκηση αποτελεί σημαντικό κομμάτι των στρατηγικών παρεμβάσεων που χρησιμοποιούνται σε αυτούς τους ασθενείς. Προάγει τη σωματική δραστηριότητα, διατηρεί την ελαστικότητα, βελτιώνει την έναρξη και ρευστότητα της κίνησης ενώ επίσης μειώνει την αστάθεια της στάσης. Παρακάτω καταγράφονται οι στόχοι της φυσικοθεραπείας σε ασθενείς με Parkinson.

➢ Μεγιστοποίηση της λειτουργικότητας
➢ Μείωση της δυσκαμψίας των αρθρώσεων
➢ Διατήρηση ενός καλού εύρους κίνησης όλων των αρθρώσεων
➢ Πρόληψη συγκάμψεων (παραμορφώσεις ισχίων, γονάτων, ποδοκνημικών, αγκώνων και αυχένα που βρίσκονται σε θέση κάμψης)
➢ Βελτίωση της στάσης του σώματος (Ο φυσικοθεραπευτής εφαρμόζει διατάσεις στους μύες που εμφανίζουν βράχυνση και ενδυνάμωση των εκτεινόντων μυών)
➢ Βελτίωση της μυϊκής δύναμης
➢ Βελτίωση της ισορροπίας και του συντονισμού των κινήσεων

➢ Αύξηση της αντοχής και της γενικής φυσικής κατάστασης ( Έναρξη ασκήσεων για τη βελτίωση της αερόβιας φυσικής κατάστασης)
➢ Πρόληψη λοιμώξεων του αναπνευστικού (Αναπνευστική φυσικοθεραπεία και εκμάθηση θωρακικής και διαφραγματικής αναπνοής)
➢ Επανεκπαίδευση βάδισης (Ενθάρρυνση από τον φυσικοθεραπευτή για μεγαλύτερα βήματα, χρήση οπτικό- ακουστικών ερεθισμάτων που βελτιώνουν τη προσοχή του ασθενούς καθώς και ειδική διαμόρφωση χώρου με σημάδια στο πάτωμα, τα οποία ο ασθενής θα στοχεύσει να προσεγγίσει)
➢ Εκπαίδευση του ασθενούς και των συγγενών που τον φροντίζουν, όσον αφορά την παρακολούθηση της νόσου.

Στο πλαίσιο του φυσικοθεραπευτικού πλάνου, όπως έχει αποδειχθεί, είναι καθοριστικής σημασίας, η εκμάθηση και η εκτέλεση σύνθετων δραστηριοτήτων να διασπάται σε επιμέρους κομμάτια καθώς όπως θα παρατηρήσουμε στους ασθενείς αυτούς, ένα από τα χαρακτηριστικά τους γνωρίσματα αποτελεί η δυσκολία ή αδυναμία εκτέλεσης σύνθετων δραστηριοτήτων. Επιπλέον είναι πάρα πολύ σημαντικό από τη πλευρά μας ως φυσικοθεραπευτές, να βρισκόμαστε συνέχεια δίπλα σε αυτούς τους ασθενείς, να τους παρατηρούμε, να τους διορθώνουμε, να τους επιβραβεύουμε σε κάθε τους επιτυχή προσπάθεια και τέλος να τους παρουσιάζουμε συνεχώς νέα και ρεαλιστικά κίνητρα.

Συμπέρασμα
Η νόσος Parkinson αποτελεί μία πολύπλευρη νόσο που έχει ως κύρια συνέπεια τη σταδιακή έκπτωση της κινητικότητας του ατόμου. Επηρεάζει σημαντικά τόσο την οικογένεια όσο και τις επαγγελματικές και κοινωνικές δραστηριότητές του. Ωστόσο τα τελευταία χρόνια παρατηρείται σημαντική πρόοδος. Η αντιμετώπισή της απαιτεί τη στενή συνεργασία του ιατρού (Νευρολόγου) ο οποίος θα κάνει τη διάγνωση, του φυσικοθεραπευτή, του εργοθεραπευτή καθώς και του λογοθεραπευτή. Στο πλαίσιο αυτού του άρθρου είναι σημαντικό να ενημερωθούμε για τις συνέπειες της νόσου αλλά και να κατανοήσουμε τον κομβικό ρόλο που παίζει η φυσικοθεραπεία. Είναι σίγουρο ότι η φυσικοθεραπεία δεν μπορεί να αποτρέψει τις οργανικές αλλοιώσεις που έχουν γίνει στο ΚΝΣ, μπορεί ωστόσο να αντισταθμίσει τις διαταραχές που επιφέρει η νόσος, στην κινητικότητα, τη λειτουργικότητα και την αυτοεξυπηρέτηση του ατόμου με απώτερο σκοπό τη βελτιστοποίηση της ποιότητας ζωής του.