Λεξιστορείν: Το ελληνικό καραόκε!

Το καραόκε είναι μια μορφή ψυχαγωγίας κατά την οποία κάποιος μπορεί να τραγουδήσει με μικρόφωνο, συνοδευόμενος από ηχογραφημένη μουσική και διαβάζοντας τους  στίχους.

Πρόκειται για σύνθετη λέξη της ιαπωνικής γλώσσας  με πρώτο συνθετικό το – καρά (άδειος) +όκε που είναι συγκεκομμένος τύπος της ιαπωνικής  okesutora που προέρχεται όμως από την ελληνική λέξη ορχήστρα (αγγλικά  orchestra).

Επομένως η λέξη καραόκε σημαίνει η άδεια, η κενή χωρίς φωνητικά ορχήστρα.