Κριτική για το βιβλίο του Σταμάτη Αλαχιώτη: «Με λένε Κωσταντή-Αγά»

Της Λητώς Ιωακειμίδου*

Θα μπορούσε κανείς να προσεγγίσει το βιβλίο μέσα από την ενεργό, συνειδητή πράξη της δημόσιας ανάγνωσης, με ολόκληρο το συγκινησιακό φορτίο που προκαλεί σε ένα ποικιλόμορφο ακροατήριο.

Το κεντρικό και μακροσκελέστερο τμήμα του έργου είναι, στην πραγματικότητα του μυθιστορήματος, σελίδες από το βιβλίο που έχει γράψει και συνεχίζει να αναπροσαρμόζει ένας από τους κατοίκους ενός ακριτικού αιγαιοπελαγίτικου νησιού, «ο λιγόλαλος δάσκαλος», όπως αποκαλείται συχνά.

Οι σελίδες αυτές μας ταξιδεύουν στο «ξεμύτισμα της δεκαετίας του 60» και σε μια χρονικότητα που, όπως το συνηθίζει ο κραταιός ηθογραφικός ρεαλισμός, πατάει γερά σε κομβικές γιορτές του αγροτικού κόσμου: Παναγιά της Διακαινησίμου την Παρασκευή μετά το Πάσχα, Παναγιά του Δεκαπενταύγουστου, γιορτή του Αγίου Δημητρίου, γιορτή των Αγίων Ασωμάτων.

Ένα ολοζώντανο μωσαϊκό από εξατομικευμένες, αλλά κυρίως από συλλογικές περιπέτειες απλώνεται πάνω σε αυτές τις χρονικές ενδείξεις.

Και, όπως ακριβώς σε ένα μωσαϊκό, μια ομάδα ψηφίδων δίνει χρώμα, σχήμα και νόημα από μια πανοραμική θέαση και σε αντίστιξη με τις γειτονικές της ομάδες, έτσι και εδώ ο συγγραφέας αντλεί τα μέγιστα από την τέχνη της αντίστιξης και πλέκει με εξαιρετική άνεση το σοβαρό και το τραγικό με το αστείο και τη φάρσα, τον επιστημονικό λόγο ενός γιατρού με τις ονειροπαρσιές ενός αλαφροΐσκιωτου χωρικού, τον ερωτικό καημό με τον κοινωνικό προβληματισμό και την οικονομική εκμετάλλευση, τη λογικά αναμενόμενη εξέλιξη των πολιτικά και κοινωνικά φορτισμένων γεγονότων με το αναπάντεχο και το ανατρεπτικό στοιχείο πολλών περιπετειών, τη δύναμη και την ομορφιά της γονιμοποιημένης γης με το μαράζωμα μιας τεχνηέντως καταστροφικής υπερπαραγωγής, συχνά σε μονοκαλλιέργειες, που λόγω άγνοιας ή και έλλειψης συλλογικής συνείδησης και προγραμματισμού, οδηγούν σε ασφυξία.

Ακρογωνιαίος λίθος όλων αυτών, η πρωτόγνωρη απόφαση του Κωσταντή-Αγά να ξεσηκώσει τους συντοπίτες του, τους λεσπέρηδες, όπως ονομάζει η ντοπιολαλιά τους δουλευτάδες της γης, και να διοργανώσουν για πρώτη φορά ένα συλλαλητήριο, ανήμερα τον Δεκαπενταύγουστο εκείνης της χρονιάς του ‘60, προκειμένου να προστατεύσουν τα μαξούλια τους, τα γεννήματα του μόχθου τους.

Γύρω από αυτό το κορυφαίο γεγονός, ο χρόνος μοιάζει να επιβραδύνεται, ο Αύγουστος φαίνεται να κυλάει πιο αργά, καθώς ο σχεδιασμός της εξέγερσης ενσωματώνει διάφορα απρόοπτα, με ποικίλες συνέπειες, πριν και μετά από τον συγκεκριμένο Δεκαπενταύγουστο.

Όλα αυτά διαβάζονται, χρόνια μετά, από τα μέλη της παρέας του Κωσταντή-Αγά. Επομένως, το ίδιο το βιβλίο σκηνοθετεί την ανάγνωσή του. «Συνηθισμένο τέχνασμα», θα μπορούσε να πει ο υποψιασμένος αναγνώστης της σύγχρονης λογοτεχνίας.

Εδώ, όμως, υπάρχει η εξής πρωτοτυπία: η δημόσια, συλλογική ανάγνωση του βιβλίου από τους πρωταγωνιστές του ανατροφοδοτεί την υπόθεση και εγγυάται την ανοιχτή διάσταση του έργου, καθώς πυροδοτεί συναισθηματικές αντιδράσεις, ερμηνείες, διαξιφισμούς και αποκαλύψεις που απλώνουν τα νήματα της παλιάς ιστορίας μέχρι το σήμερα.

Έτσι, μέσα από τη διαδικασία της δημόσιας, συλλογικής ανάγνωσής του, το βιβλίο διεκδικεί τη γοητεία του ανολοκλήρωτου, την πρόκληση του αμφίσημου, το αίνιγμα των εκκρεμοτήτων που θα αποσαφηνιστούν σήμερα ή θα συνεχιστούν και αύριο..

Το σήμερα είναι μια και μόνη βραδιά, τον Δεκαπενταύγουστο του 2010, η οποία καταλαμβάνει το πρώτο και το τρίτο μέρος του βιβλίου. Πρόκειται για μια πελώρια, διαλογική, πολυφωνική σκηνή, όπου η παρέα των ηλικιωμένων, πλέον, πρωταγωνιστών συνομιλεί με μια ετερόκλητη ομάδα νέων, φοιτητών ως επί το πλείστον, και στην πραγματικότητα ζυγιάζεται στο βλέμμα μιας τόσο διαφορετικής, από κάθε άποψη, συλλογικότητας.

Εδώ, ο συγγραφέας πραγματοποιεί επιτυχώς ένα τιτάνειο έργο, όχι μόνο γιατί εξισορροπεί και συνθέτει μια τόσο φυγόκεντρη πολυφωνία, αλλά κυρίως γιατί αποκαλύπτει τους βαθύτερους μηχανισμούς της αποκρυστάλλωσης του χρόνου σε μια επιφάνεια που, εκ πρώτης όψεως, φαίνεται ενιαία και απλή.

Μια τέτοια επιφάνεια είναι, πρώτα απ’ όλα, το ίδιο το όνομα του πρωταγωνιστή. Τα υβριδικά ονόματα δεν είναι ποτέ ουδέτερα. Έτσι και εδώ, με το όνομα του Κωσταντή-Αγά: Η συζήτηση των δύο ομάδων ενεργοποιείται από τη φλογερή περιέργεια των νέων να ανακαλύψουν το πώς και το γιατί αυτών των χριστιανικών και οθωμανικών καταβολών. Και εδώ, ανοίγει μια πρώτη μεγάλη χρονική ρωγμή, που κάθε άλλο από ανώδυνη είναι.

Μια δεύτερη πολύπλοκη αποκρυστάλλωση της χρονικότητας δηλώνεται από τα βασικά πρόσωπα του έργου, τα οποία ο συγγραφέας μετατρέπει σε ζωντανά παλίμψηστα, δίνοντας στον αναγνώστη τη δυνατότητα να διαβάσει πάνω τους τις πολλαπλές γραφές του χρόνου. Ας πάρουμε ως χαρακτηριστικότερο όλων τον Παναή, συχγωριανό και συνοδοιπόρο του πρωταγωνιστή, συνδημιουργό και σχολιαστή πολλών γεγονότων, παρά την απλοϊκότητα της σκέψης και της έκφρασής του, ή ίσως και χάρη σ’ αυτήν.

Ολόκληρη η μυθιστορηματική του κοψιά αναδεικνύει αυτή την αλήθεια, η αντιφατικότητα της οποίας δηλώνεται μέσα από τις λέξεις «χάος» και «θαύμα», που χρησιμοποιεί κάποια στιγμή ο αφηγητής για να τον περιγράψει. Ακόμα και ο άτεχνος λαρυγγισμός του στο άκουσμα ενός θανάτου τον Δεκαπενταύγουστο του 2010 εξετάζεται από την αφηγηματική φωνή ως παλίμψηστο ενός άλλου, ατυχέστατου, λαρυγγισμού του σε κρίσιμη στιγμή για την πορεία του συλλαλητηρίου, τον Δεκαπενταύγουστο του ‘60.

Και η φωνή της επιστήμης, μέσα από το πρόσωπο του γιατρού, έρχεται να ερμηνεύσει τη διαχρονικότητα τέτοιων εξωγλωσσικών αντιδράσεων, ως ένα απελπισμένο σήμα υποσυνείδητου φόβου, όταν δεν διαθέτεις ούτε καν το ένα δέκατο του δευτερολέπτου που, υπό φυσιολογικές συνθήκες, δίνει ο εγκέφαλος στο εκτελεστικό μέρος του σώματος για να πράξει ή να αναστείλει μια κίνηση.

Όμως ο Σταμάτης Αλαχιώτης μας δίνει την πολυπρισματικότητα του πραγματικού και σε επίπεδο συγχρονίας. Οι τελευταίες εκατό περίπου σελίδες του βιβλίου σχηματίζουν ένα ιδιαίτερο τρίπτυχο, όπου, με την τεχνική του διαδοχικού μοντάζ, η προσοχή εστιάζεται διαδοχικά και επαναληπτικά: α) στην ταραχώδη συζήτηση της παρέας του Κωσταντή-Αγά, β) σε μια παραθαλάσσια ταβέρνα όπου ο γέρος, πλέον, βουλευτής αναγνωρίζει την αξία του Κωσταντή-Αγά στα μάτια των έκθαμβων και δυσφορούντων αρχόντων του νησιού και γ) στη νυχτερινή ερωτική περιδιάβαση του παραθαλάσσιου χώρου από ένα νεαρό ερωτευμένο ζευγάρι, που θα συνδεθεί άρρηκτα με τη ζωή του Κωσταντή-Αγά στην τελευταία, εντυπωσιακή σκηνή του έργου.

Κάποτε με αρκετό χιούμορ, άλλοτε με επικριτική διάθεση για την απόκλιση της επιστημονικής ιδιολέκτου από τη γλώσσα των κοινών θνητών, πάντοτε όμως με αγάπη, αφοσίωση και συγκίνηση, ο συγγραφέας ερμηνεύει συχνά ενέργειες, συναισθηματικές φορτίσεις και συγκρούσεις μέσα από νόμους και φαινόμενα που εμπίπτουν στη βιολογία, στη γενετική και στην ιατρική.

Πρόκειται για σημαντική ιδιαιτερότητα, καθώς, ως κοινωνικό μυθιστόρημα, όπως χαρακτηρίζεται το έργο, και σύμφωνα με τη μεγάλη παράδοση της κοινωνικής, ρεαλιστικής και νατουραλιστικής πεζογραφίας στην Ελλάδα και την Ευρώπη, η συγκεκριμένη αφήγηση ακολουθεί την ως ένα βαθμό διαφωτιστική οπτική γωνία των θετικών επιστημών, για να μας αποκαλύψει το πώς το μικρό, ατομικό βίωμα εγγράφεται στους μεγάλους κοινωνικο-πολιτικούς νόμους της Ιστορίας.

Επιπλέον, παρ’ όλο που μας παρουσιάζει μια λεπτομερειακή εξέταση ενός πλούσιου σε γεγονότα παρελθόντος, ολόκληρο το βιβλίο είναι στραμμένο προς το μέλλον, προς την επίπονη εξέλιξη, προς την ανακάλυψη του μέχρι πρότινος ασύλληπτου, την κατάκτηση του μέχρι πρότινος άπιαστου, άγνωστου, αόρατου. Και υπό αυτήν την έννοια, η ακαταπόνητη αισιοδοξία του πολλές φορές ηττημένου Κωσταντή-Αγά δεν είναι μια ουτοπική ονειροφαντασία, μια δονκιχώτεια μάχη με ανεμόμυλους, όπως υπαινίσσεται κάποιο πρόσωπο του έργου, αλλά μια διαρκής πορεία προς το εφικτό.

* Η κ. Λητώ Ιωακειμίδου είναι επίκουρη καθηγήτρια Συγκριτικής Φιλολογίας στο Τμήμα Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών.