Έφυγε η ελπίδα της Ρόδου και των ονείρων μας*

Γράφει ο Θανάσης Μαρασιώτης
Πρώην διευθυντής ΡΟΔΙΑΚΗΣ


Σαν νερό σε κατηφορικό αυλάκι τρέχει ορμητικά ο χρόνος από τότε που υπάρχει και όσο θα υπάρχει, δηλαδή από το χάος του παρελθόντος στο επίσης άπατο χάος του μέλλοντος – άχρονος ο χρόνος. 

Πέρασαν κιόλας τόσα  χρόνια από τότε που «απήχθη» από το πεπρωμένο, ο Γιώργος Τσοπανάκης. Έφυγε από κοντά μας τόσο απότομα και τόσο οδυνηρά που ακόμη η πληγή που μας δημιουργήθηκε στο νου και την ψυχή παραμένει ανοιχτή, χαίνουσα και αιμορραγούσα – όπως συμβαίνει με εκείνες τις ελάχιστες φορές στη διαδρομή της ζωής του καθενός, που η μνήμη γράφει και ακολούθως αποδεικνύεται ανήμπορη και αδύναμη να διαγράψει, ό,τι αποτυπώθηκε στο σκληρό δίσκο της.

Δεν έχει ανακαλυφθεί ακόμη η εφεύρεση που η μνήμη θα γιατρεύει τις πληγές του χρόνου, με φάρμακο τη λήθη.

Αλλά τί το χρειαζόμαστε ένα τέτοιο φάρμακο; Προτιμότερο είναι να θυμόμαστε και ας πονάμε.

Όσοι γνώρισαν το Γιώργο Τσοπανάκη δεν θα ήθελαν να τον ξεχάσουν – δεν το θέλουμε, δεν θα το θελήσουμε ποτέ. Αντίθετα, εκείνο που μας νοιάζει είναι να κρατήσουμε για πάντα αιχμάλωτες τις αναμνήσεις από τη συνύπαρξή μας.

Περάσαμε μαζί, κάθε μέρα, κάθε στιγμή, τα περισσότερα από τα λίγα, τσιγγούνικα, χρόνια που του χάρισε η μοίρα. Και δεν χρειάστηκε να κακοκαρδίσουμε ο ένας με τον άλλον, ούτε μια φορά. Άλλο τέτοιο προηγούμενο δεν μου ξανάτυχε.

Γι’ αυτό και είναι κρίμα να περιπέσουν στη λήθη όλα όσα ζήσαμε μόνο και μόνο για να γιατρευτεί η πληγή που έμεινε, εξ αιτίας της αποσβολωτικής απώλειάς του.

Η απαγωγή του Γιώργου Τσοπανάκη από τους μυστηριώδεις και παντοτινά άγνωστους πρωταγωνιστές του θανάτου, τον στέρησε από την οικογένειά του, που όλη μαζί άναυδη, έμεινε με παρέα ένα πελώριο σκοτεινό βουνό, γεμάτο με αναπάντητα ερωτήματα.

Και, κακά τα ψέματα, όταν ορθώνεται μπροστά σου ένα τέτοιο βουνό με ακλόνητο μεταφυσικό υπόβαθρο, ακόμα και ο χρόνος παύει να είναι πανδαμάτορας.

Εκείνη η απαγωγή στέρησε και τη Ρόδο από μια ανθρώπινη οντότητα που πρόλαβε και πρόσφερε πολλά, ενώ φαινόταν καθαρά ότι το μέλλον όπως μετριέται με τη μεζούρα του φθαρτού, τον προόριζε για πολλά και περισσότερα.

Τον Γιώργο Τσοπανάκη τον στερήθηκε πριν από 15 χρόνια, η κοινωνία της Ρόδου, τον έχασαν τα κοινά πράγματα του τόπου, ορφάνεψε ένας δρόμος που τον χρειαζόταν και τον αποζητούσε, που τον είχε ήδη πλάι του, σε ανηφόρες και κατηφόρες, στρωμένος πότε με ρόδα και πότε με αγκάθια.

Τον Γιώργο, τον στερήθηκαν πολλοί συμπολίτες μας που είχαν ανάγκη και ήταν το στήριγμά τους.
Τον Γιώργο, τον στερήθηκαν η «Ροδιακή» και η «Γνώμη» που εκτός των άλλων έχασαν και τα ατέλειωτα και αναρίθμητα ξενύχτια που μαζί περάσαμε για να τις καταστήσουμε ρωμαλέες και πιστούς υπηρέτες του ροδιακού λαού, των συμφερόντων της Ρόδου, αλλά και της Δωδεκανήσου γενικότερα.

Τον Γιώργο, τον στερήθηκαν και οι – ανύπαρκτοι – εχθροί του!

Κι’ εγώ προσωπικά, έχασα τον μισό εαυτό μου…

*Το κείμενο γράφτηκε στα 15 χρόνια από τον θάνατό του