Αν  ζούσε σήμερα ο  Γιώργος....

Γράφει ο Μιχάλης Μαστής
Δημοσιογράφος
 

20 ολόκληρα χρόνια μετά. Και 28 περίπου χρόνια έπειτα από  την  πρώτη γνωριμία μας, τον φέρνω στο μυαλό μου.

Εκεί, στο κατάστημα του Δημήτρη, στην οδό Γαλλίας. Εκεί με κάλεσε  να μου αναγγείλουν ότι «προσλαμβάνομαι στη Ροδιακή».

«Βάλε τα δυνατά σου» μου είπε. Και τα έβαλα. Κι εκείνος είχε βάλει τα δυνατά του. Πάλεψε σκληρά. Αλλά δεν ήταν ο νικητής.

Δίπλα μας πάντα. Ποτέ ως αφεντικό. Φίλος στάθηκε, στα εύκολα και τα δύσκολά μας. Συμπαραστάτης και αρωγός. Όχι στα λόγια. Αλλά με πράξεις που εμείς ξέρουμε, ζήσαμε και βιώσαμε. Και τις οποίες δεν μπορούμε να γράψουμε.   Μας τα απαγόρευε αυτά.  Ούτε να το διανοηθούμε. 

Ανθρώπινος , απλός, σταράτος στις απόψεις του και μετρημένος στις κουβέντες του. 

Γι αυτό  παγώσαμε και πονέσαμε που έφυγε στα 47 του. Κεραυνός εν αιθρία ήταν. Που άφησε πίσω του μια υπέροχη οικογένεια. Από τη μια στιγμή στην άλλη. 

Τόσο χρειάζεται να γίνει το κακό. Και δεν λογαριάζει τίποτα. Θερίζει απλά και παίρνει πρόωρα μαζί του τους πιο γελαστούς ανθρώπους. Τους πιο ανοιχτόκαρδους. Το ξέρω πολύ καλά αυτό..! 

Σήμερα, ώριμος πια, κοντά στα 50 κι εγώ,  νιώθω ακόμα πιο μεγάλη οδύνη για την πρόωρη φυγή του Γιώργου. Του Γιώργου μας. Για όσα δεν έζησε μαζί μας. Για όσα δεν πρόλαβε να ζήσει..!

Είναι βέβαιο ότι από κει ψηλά που βρίσκεται, καμαρώνει  την Ήβη του. Την οικογένεια  που άφησε πίσω του: Τη Μαίρη, τη Λίζα, τον Αγαπητό του.  Την εφημερίδα και την πορεία της, που ο ίδιος χάραξε πριν φύγει.

Από ‘κει πάνω επίσης, παρέα με τον «κύριο» Σάββα και την «κυρία» Έλλη, θα χαμογελά ή θα θυμώνει, για τα όσα βλέπει να διαδραματίζονται εδώ σε τοπικό επίπεδο. Για εκείνα που ίδιος πάλεψε να διορθώσει, μέσα από θέσεις, αξιώματα και δραστηριότητες. Τα στραβά κι ανάποδα. 

Αν ζούσε σήμερα ο Γιώργος, είναι βέβαιο ότι:
Θα... συννέφιαζε  με τα πολιτικά μας.  Με τα ποδοσφαιρικά. Θα χαίρονταν όμως και θα πανηγύριζε  με την ΑΕΚ μας, που σάρωσε φέτος.

Θα έκανε τα δικά του, σκωπτικά σχόλια. Για τα δημαρχιακά. Για τα περιφερειακά. Για τα αναπτυξιακά μας συνέδρια. Για το πήγαινε – έλα των πολιτικών, των υπουργών και των πρωθυπουργών. Υποψιαζόμαστε τι θα ‘λεγε, με εκείνη την βραχνή φωνή του..!

Θα έπινε το πρωί το καφέ του διαβάζοντας τη ΡΟΔΙΑΚΗ του από το σπίτι. Θα προγραμμάτιζε τα αγαπημένα του ταξίδια με την οικογένειά του, τις διακοπές, τις επαγγελματικές του υποχρεώσεις. 

Θα κάπνιζε ακόμα. Αλλά με μέτρο, όπως πάντα. Θα μας έβγαζε τα βράδια, αμέσως μετά το κλείσιμο της εφημερίδας, στα καλύτερα εστιατόρια. Στα καλύτερα μακαρονάδικα. Εκείνος μας τα έμαθε. Στις καλύτερες ταβέρνες. Όπως έκανε δηλαδή όλα τα χρόνια. Γιατί το καλό φαγητό όπως έλεγε, δεν είναι το εστιατόριο τόσο, όσο είναι η παρέα και το γούστο. 

Θα κυκλοφορούσε ακόμα, χειμώνα καλοκαίρι με μηχανάκι του στην πόλη. Θα είχε πάντα μαζί του εκείνο το καφέ τσαντάκι περασμένο στον ώμο του! 

Θα μας έλεγε ακόμα τα καλύτερα ανέκδοτα. Με τον μοναδικό τρόπο που τα έλεγε. Θα γίνονταν θυσία για μας, για τους φίλους του, για την οικογένειά του. Όπως έκανε πάντα δηλαδή.

Αν ζούσε σήμερα ο Γιώργος, θα ήταν μόνο 67 ετών! Ώριμος δηλαδή πια, να απολαύσει ως συνταξιούχος δικηγόρος, εκδότης και κυρίως οικογενειάρχης, τις χαρές της ζωής και τον μόχθο του.

Πάνε 20 χρόνια από τότε. Ζει πάντα στις καρδιές μας.
Αλλά, μας λείπεις βρε Γιώργο. Μας λείπεις...