Ο Γιώργος ήταν ένας και μοναδικός

Μιχάλης Μάχλης
Πρόεδρος Πειθαρχικής Επιτροπής ΕΠΣΔ


«Για τον Γιώργο; Θα έρθω να τα πούμε από κοντά. Πείτε μου μόνο πότε θέλετε». Του είπαμε και ήρθε. Με τη βέσπα του, το χαρακτηριστικό τσαντάκι του και τις ατελείωτες αναμνήσεις του από τον επιστήθιο φίλο και συνεργάτη του στον αγαπημένο τους Διαγόρα. Εμφανώς συγκινημένος, ο για χρόνια γραμματέας του «γηραιού» και σήμερα πρόεδρος της Πειθαρχικής Επιτροπής της ΕΠΣΔ, είχε τόσα πολλά να θυμηθεί, που δεν θα χωρούσαν σε τόμο, πόσω δε μάλλον μέσα σε λίγες γραμμές. Τα όσα είπε για τον Γιώργο Τσοπανάκη, είναι κατάθεση ψυχής:  

«Ο Γιώργος ήταν ο κρίκος του ερασιτέχνη Διαγόρα με την ΠΑΕ.  Υπήρξε ένας πολύ καλός Διαγορίτης, ήταν αγαπητός στον φίλαθλο κόσμο και η προσφορά του δεν μπορεί να περιγραφεί με λόγια. Αυτός ήταν που με πήγε στον Διαγόρα. Με είδε στην ΕΠΣΔ, η οποία  στεγαζόταν τότε στην οδό Θεοδωράκη. Εγώ ήμουν τότε στην Επιτροπή Πρωταθλήματος, εκείνος ερχόταν για τις υποθέσεις του Διαγόρα και κάπως έτσι κατέληξα στον Διαγόρα, την εποχή που η ομάδα ανέβηκε στη Β’ Εθνική.

Είχαμε άλλη σχέση οι δύο μας. Ήταν ο άνθρωπος που μου έμαθε πολλά γύρω από τους κανονισμούς του ποδοσφαίρου, θυμάμαι πως τους διασταυρώναμε σε διάφορες υποθέσεις κι εκείνος πάντα επενέβαινε με τη χαρακτηριστική φωνή του. 

Αν ο Γιώργος Τσοπανάκης βρισκόταν εν ζωή, πολλά πράγματα στον Διαγόρα δεν πήγαιναν στραβά. Ο Γιώργος τα προλάβαινε. Έδινε το “παρών” σε όλες τις συνεδριάσεις της ΠΑΕ και μαζί με τον Γιάννη Ζερβό, συμβούλευαν και συγκρατούσαν τους Παντελή Χαπίπη και Αντώνη Γεωργιάδη. Ήταν υπέρμαχος των ντόπιων ποδοσφαιριστών. Σε όλα τα συμβούλια που ήμουν παρών, πάντα συνεννοούμασταν για τα νομικά θέματα.

Όταν ξυπνούσε το πρωί, η πρώτη επίσκεψή του ήταν στην παλιά ΔΕΥΑΡ, όπου εργαζόμουν. Εκεί τα βάζαμε σε μία σειρά και μου έλεγε “θα τηλεφωνηθούμε”. Όταν ήμουν στις “στραβές” μου, έλεγε “σήμερα μην του μιλάτε, θα σας πω εγώ το πότε”. 

Ήταν ένας άνθρωπος καλότατος και ο κακός των πέντε λεπτών. Δεν κρατούσε κακία σε κανέναν, ξεχνούσε τα πάντα και ήταν πάντα  αυτός που έκανε το πρώτο βήμα για να φιλιώσουμε, όταν τσακωνόμασταν, για παράδειγμα για πολιτικές διαφορές. 

Ήταν τιμή για μένα, όταν μου έφερνε, ως πρόεδρος της ΕΠΣΔ, την προκήρυξη και μου έλεγε “πάρ’ τη, διάβασέ τη και δες αν είναι εντάξει”. Ήταν τιμή, γιατί ήταν ένας λαμπρός νομικός και μου είχε τεράστια εμπιστοσύνη. 
 Με έχει βοηθήσει πολύ και σε προσωπικά μου ζητήματα, αγαπούσε πολύ τα παιδιά μου. 

Η αγάπη του για τον Διαγόρα ήταν μεγάλη και ακόμα μεγαλύτερη η προσφορά του στον σύλλογο. Φανταστείτε ότι τα παιχνίδια δεν τα παρακολουθούσε ποτέ από τη θέση του στην εξέδρα, αλλά από τα… κάγκελα.  Πρόσεχε όλα τα τμήματα του ερασιτέχνη, αφιέρωνε πολλές ώρες καθημερινά. Το καλό του Διαγόρα ήταν πάνω απ’ όλα”.