Έχασα τη μικρή μου Σαπφώ

Γράφει η Ελπινίκη Νικολουδάκη-Σουρή
(Καθ. Πανεπιστημίου Κρήτης)


Καταφέραμε στα μέσα του Νοέμβρη του περασμένου χρόνου να οργανώσουμε την εκδήλωση για την ποίησή της, γενικότερα για το έργο της θα έλεγα. Είχα πάντα μέσα μου σαν τον καθρέφτη την αυστηρή της αίσθηση για το κείμενο και τον ρυθμό του∙ την εμπιστευόμουν και ένοιωθα ξαλαφρωμένη, όταν της άρεσαν οι αναγνώσεις των κειμένων της. Και η ακοή της; 

Αυτή κι αν ήταν …. Εξασκημένη από την τόση δουλειά τη δική της πάνω στο ποίημα που, ήθελες δεν ήθελες, είχες το δέος και τον φόβο: «Θα το αποδώσω ή θα κάνω κανένα λάθος;» έλεγα μέσα μου … Κι έπειτα από τα πολλά διαβάσματα μπαίναμε στην καρδιά του ποιητικού λόγου. 

Δύσκολη υπόθεση, γιατί, όπως έγραψε και ο Σπύρος Συρόπουλος, η «ανάσα» ήταν αυτό που ονομάζομε λάιτ μοτίφ στην ποίησή της, ο θησαυρός της, η ζωή της∙ αυτή διαφέντευε τα γραφόμενά της και έπρεπε να βρεις τη διαδρομή της, το λιγόστεμα, το ευθυγράμμισμα ή την πλησμονή της ανάμεσά τους.

 Κι έπειτα η βιολογική, η οργανική έννοια που μας δένει και μας λύνει από τη ζωή έπαιρνε τον δρόμο της μεταμορφωτικής δύναμης που έχει η ευλογημένη η «μεταφορά» κι έκλεινε μέσα της τους δικούς της ανθρώπους, πρώτα πρώτα την οικογένειά της. Θα ξαναγραφτούν, άραγε, στίχοι τόσο ουσιαστικοί όσο εκείνοι που μιλάνε για τη μάχη του πιστού συζύγου να κρατήσει τη γυναίκα του στη ζωή;

«Εκείνος εκεί βράχος θέλησης
ρύθμιζε τις αποχρώσεις τις θλίψης
για να μη με ταράξει, γιατί ήθελε
να χαρίσει ακέρια τη μάνα στην  κόρη.
Μετάγγιζε με τη θέρμη του βλέμματος
τη ζωή ενδοφλέβια και θαλερά.
Ο Οδυσσέας είναι η βαλβίδα του οξυγόνου μου.»[1],

Η Δώρα ήταν, λοιπόν, υποδειγματική σύντροφος και μάννα∙ αλλά η ποίηση απαιτεί να εκφράσει ο δημιουργός την ανάσα του κόσμου, τη χαρμολύπη του, την ομορφιά της φύσης, την αποκάλυψη του επέκεινα. Η Δώρα μας, φιλάνθρωπος, πατριώτισσα, καλή δασκάλα, οικουμενική, τρυφερή και συγκρατημένα άγρια, ρωμιά, Ρουμελιώτισσα, Αιγαιοπελαγίτισσα και Ροδίτισσα χάλκεψε τον λόγο της μέσα στα βάσανα του κόσμου, στις ειρωνικές καταγγελίες της εναντίον όχι μόνον των πολιτικών αλλά και ημών των ιδίων.

Ο καθένας μας βρίσκει κάποια ενοχή του να φωλιάζει στο ποίημα «Έλληνες» που μας διάβασε η Ματίνα από μακριά εκείνο το Σαββατόβραδο του Νοέμβρη στο Νεστορίδειο:

«Έλληνες
Αρχαιοέλληνες
Αρχοντοέλληνες
Νεοέλληνες 
της σάτιρας και του μονόλογου
του βιαστικού και του πρόχειρου
του καπνού και του οίνου.»[2]

Η Δώρα μας και πάλι δεν το ’χε να ’ναι μόνο καυστική. Τη γοήτευαν η φύση, η ποίηση, ο αγώνας του ανθρώπου. Και πόσο ομορφαίνει, αλήθεια, ο τόπος και περνά στην αιωνιότητα όταν τον στολίζουν απλές σκηνές της άνοιξης, προσμένοντας τον άνθρωπο, κυρίως τα παιδιά να τον ζήσουν:

Γαλήνης όαση ο τόπος μου,
 μάγεμα κι όνειρο
ανέγγιχτος στις νέες εποχές,
αλλ’ έρημος προσμένει 
να τον θωπεύσουνε
ανθρώπινες ανάσες,
τα σπίτια τ’ άδεια να ζεστάνουνε
και τα σοκάκια να πνιγούν
στα γέλια των παιδιών.
Τους ήχους του νερού 
ν’ ακούσουν, τη φύση
να χαρούν χωρίς να τη μολέψουν.[3]

Θυμάμαι, κι εκεί θα είναι πάντα, τον Σολωμό στο Γραφείο της Δώρας και πόσο κατευναστικά έκανε μότο της ζωής της τους στίχους του «τα σπλάχνα τους κι θάλασσα/ποτέ δεν ησυχάζουν …», πειράζοντας μόνο την προσωπική αντωνυμία από το ποίημα «Ελεύθεροι Πολιορκημένοι, σχεδίασμα Γ΄»:
 
Ποικίλες οι προσφορές της Ρόδου
ως αντίδοτο της αμαρτωλής υγρασίας
που οξειδώνει τα σωθικά μου.
Ρεφρέν οι στίχοι του ποιητή:
«Τα σπλάχνα μου κι η θάλασσα
ποτέ δεν ησυχάζουν …»
Τελικά ήρεμο κι αδιάβροχο
Το αραξοβόλι της ποίησης. [4]
Την Παρασκευή το πρωί χωρίσαμε ανυποψίαστες… Μετανιώνω που δεν έμεινα να φάω το γλυκό που είχε φτιάξει και μου άρεσε και της το έλεγα … «Γλυκιά η ποίηση, γλυκά κι όσα φτιάχνουν τα χεράκια σου, Δώρα μου…»

Κι αναρωτιέμαι, μικρή μου Σαπφώ, θα σου τραγουδήσει σήμερα ο Γιάννης εκείνο το «Ανταρτούλικο»;
Κι η μάννα η εννιάπαιδη
τέντωνε πάντα τα φτερά
να φτάσουν και για κείνο
αλλά το ποδαράκι του
ήτανε έξω στη νυχτιά 
και κρύωνε και κρύωνε 
και γκούχου γκούχου έκανε.
 
Κι ήτανε πάντα μοναχό
και αρρωστούλικο
το  ανταρτούλικο [5]
 
[1] Δώρα Παρδάλη-Σωτρίλλη, Κυψελίδες, Γαβριηλίδης, Αθήνα 2002, σελ. 21
[2] Δώρα Παρδάλη-Σωτρίλλη, Πνοές, εκδ. Ζήτη, Θεσσαλονίκη 2015, σελ. 42.
[3] Δώρα Παρδάλη-Σωτρίλλη, Κυψελίδες, ό.π., σελ. 44.
[4] «Κλειστόν», ό. π., σελ. 41.
[5] Δώρα Παρδάλη-Σωτρίλλη, Πνοές, ό. π., σελ. 24.