Η «Παλαιά Αλικαρνασσός»

Γράφει η Στέλλα Π. Βουτσά
Καθηγήτρια Φιλόλογος, Διδάκτωρ Λογοτεχνίας


Κι η προσωπική μου εμπειρία μου δείχνει πως το πράγμα που με βοήθησε, περισσότερο από κάθε άλλο, δεν ήταν οι αφηρημένοι στοχασμοί ενός διανοουμένου, αλλά η πίστη και η προσήλωσή μου σ’ έναν κόσμο ζωντανών και περασμένων ανθρώπων· στα έργα τους, στις φωνές τους, στο ρυθμό τους, στη δροσιά τους. Αυτός ο κόσμος, όλος μαζί, μου έδωσε το συναίσθημα πως δεν είμαι μια αδέσποτη μονάδα, ένα άχερο στ’ αλώνι.

Μου έδωσε τη δύναμη να κρατηθώ ανάμεσα στους χαλασμούς που ήταν της μοίρας μου να ιδώ. Κι ακόμη, μ’ έκανε να νιώσω, όταν ξαναείδα το χώμα που με γέννησε, πως ο άνθρωπος έχει ρίζες, κι όταν τις κόψουν πονεί, βιολογικά, όπως όταν τον ακρωτηριάσουν.
Γιώργος Σεφέρης, «Δοκιμές»


Το ταξίδι που περιγράφει αυτό το βιβλίο ξεκινάει 225 χρόνια πριν, δηλαδή το 1795, στην Αλικαρνασσό της Μικράς Ασίας. Ο συγγραφέας του, Μιχάλης Τριανταφύλλου, αναζητεί τους προγόνους του, την ιστορία της οικογένειάς του, το γενεαλογικό του δέντρο. Και δεν είναι ο μόνος που το κάνει, επώνυμος ή ανώνυμος. Ο Αλεξανδρινός ποιητής μας, ο Κωνσταντίνος Καβάφης, αναζήτησε κι εκείνος της ρίζες του κι είχε αρχίσει μάλιστα να γράφει το 1909, στα 46 του χρόνια, μια «Γενεαλογία» των Καβάφηδων που ξεκίνησαν από την Κωνσταντινούπολη, για να εγκατασταθούν μόνιμα στην Αλεξάνδρεια το 1845.

«ΟΙ Καβάφηδες είναι Κωνσταντινουπολίτικη οικογένεια.  Αλλά απ΄τες αρχές του 19ου αιώνος άρχισαν να φεύγουν απ΄την Κωνσταντινούπολι, κι απ΄τα 1855 σπίτι Καβάφικο δεν υπήρχε πια εκεί. Τόσο που θεωρήθηκαν μάλλον Αλεξανδρινό γένος. Απ΄τα 1845 ευρίσκονται στην Αλεξάνδρεια, κ’ εστάθησαν από τους ιδρυτάς της Αλεξανδρινής Ελληνικής Κοινότητος».  (Κ. Π. Καβάφης, «Γενεαλογία»)

Ο συγγραφέας μας, Μιχάλης Τριανταφύλλου, ιχνηλατεί το παρελθόν του. Το Πρώτο κεφάλαιο  του βιβλίου ανιχνεύει τη γενεαλογία της οικογένειας Τριανταφύλλου από τον πατέρα του προπάππου του. Όπως γράφει κι ίδιος ο συγγραφέας, όλα ξεκίνησαν από μια εύλογη απορία της μικρής του κόρης, η οποία ρώτησε τον πατέρα της με ποιον ακριβώς τρόπο συγγενεύουν με τους Τριανταφύλλου από την οινοποιία Έμερυ της Ρόδου.

Καθώς άρχισε να εξηγεί ο συγγραφέας μας, συνειδητοποίησε ότι ούτε ο ίδιος ήξερε ακριβώς πώς συγγένευαν. Κι από τότε άρχισε να σκαλίζει… Κι όπως παραδέχεται ο ίδιος, εθίστηκε σ’ αυτό το ψάξιμο. Ξεκίνησε από δύο γενεές προς τα πίσω κι αυτές οι δύο έγιναν τρεις, οι τρεις τέσσερις και τελικά έφτασαν τις έξι και τις οκτώ (συνολικά 400 ονόματα).

Το Δεύτερο Κεφάλαιο έχει τον τίτλο «Τοπογραφία μιας χαμένης πατρίδας». Είναι το εκτενέστερο του βιβλίου κι εκεί μπορεί κανείς να βρει πληροφορίες για τους δρόμους της Αλικαρνασσού, τις βρύσες, τις εκκλησίες, τα νεκροταφεία, τα γύρω χωριά, κ.λ.π. Το Τρίτο Κεφάλαιο αποτελεί ένα ταξίδι στο χρόνο, μια βόλτα στο Πετρούμι. Ο Μιχάλης Τριανταφύλλου παίρνει το νήμα της περιπλάνησης από ανθρώπους της πρώτης γενιάς, που μας ταξιδεύουν με τις μαρτυρίες τους σ’ εκείνη την εποχή.

Το Τέταρτο Κεφάλαιο είναι από αυτά που εξάπτουν την περιέργεια του αναγνώστη. Εκεί περιγράφονται ήθη και έθιμα της χαμένης πατρίδας, όπως το σπάσιμο του ροδιού (το οποίο διατηρούμε και σήμερα), το πάλεμα της καμήλας, αλλά και το φοβερό «Παίρνω άλλη», κατά το οποίο ο ερωτευμένος νέος έμπηγε επιδεικτικά ένα μαχαίρι στο πόδι τους λέγοντας «Παίρνω άλλη», όταν η κοπέλα είτε δεν τον ήθελε είτε τον απέρριπταν οι δικοί της. Στο κεφάλαιο αυτό, παρατίθενται επίσης τραγούδια (κάλαντα), παιχνίδια, καρναβάλια και μασκαράδες (καμουτζέλες), παραδοσιακά πιάτα, τοπικές φορεσιές, κ.α.  

Το Πέμπτο Κεφάλαιο ασχολείται με την Διοικητική Οργάνωση της πόλης. Εκεί μπορεί κανείς να βρει πληροφορίες για το πώς λειτουργούσε η τουρκική διοίκηση με τον Καϊμακάμη, η τοπική αυτοδιοίκηση με την Δημογεροντία, η παιδεία, τα κρυφά σχολειά, κ.λ.π. Παρατίθενται, επίσης, λίστες με ιερείς και δασκάλους της εποχής.

Στο Έκτο Κεφάλαιο έχουμε σπίτια, αρχοντικά και πρόσωπα, οικογένειες. Το σπίτι της οικογένειας του συγγραφέα μας είναι αυτό όπου στεγάζεται η σημερινή Βιβλιοθήκη. Κι όπως γράφει ο ίδιος ο Μιχάλης, όταν επισκέφτηκε το πατρικό του σπίτι διστακτικός αρχικά για το πώς θα γινόταν δεκτός, η έκπληξη ήταν κάτι παραπάνω από ευχάριστη. Ο διευθυντής της βιβλιοθήκης τον ξενάγησε στους χώρους του κτιρίου, ενώ άνθρωποι με τους οποίους δεν είχε καμία σχέση, άγνωστοι, έγιναν πρόθυμοι ξεναγοί του στο παρελθόν. Γενικά, η επίσκεψη του συγγραφέα στην Αλικαρνασσό, τη γενέτειρα των προγόνων του, ήταν μια εμπειρία μοναδική, μεθυστική θα έλεγα.

«Πήγα στη γενέτειρα του παππού μου και του παππού του παππού μου, την Αλικαρνασσό. Βγαίνοντας από το λιμάνι, μετά τα πρώτα λεπτά, ένιωσα παράξενα. Ωραία. Ένιωσα σαν να επέστρεφα σπίτι μου. Η συγκίνηση με είχε συνεπάρει». (Μ. Τριανταφύλλου)

Το κεφάλαιο αυτό, όπως δηλώνει ο ίδιος ο συγγραφέας, αποτελεί προπομπό επόμενου βιβλίου στο οποίο σκοπεύει να ασχοληθεί αποκλειστικά με οικογένειες της περιοχής της Αλικαρνασσού και τις γενεαλογίες τους. Τέλος, στο Έκτο Κεφάλαιο αξιομνημόνευτη είναι η ιστορία του θρυλικού Τσακιτζή, ενός είδους λαϊκού ήρωα, προστάτη των καταπιεσμένων, ο οποίος έγινε τραγούδι και στα τούρκικα και στα ελληνικά.
Το Έβδομο Κεφάλαιο, συντομότατο, αναφέρεται στο επάγγελμα του προπάππου του, Μιχάλη Τριανταφύλλου, ο οποίος ήταν ράφτης.

Το Όγδοο Κεφάλαιο περιλαμβάνει αρχεία, συμβολαιογραφικά έγγραφα της εποχής, πληροφορίες από τα εικονίσματα, τα οποία -είναι αξιοπερίεργο- στο πίσω μέρος τους λειτουργούσαν ως ένα είδος ληξιαρχείου της οικογένειας, αναγράφοντας γεννήσεις, βαπτίσεις, γάμους και θανάτους των μελών της. Τέλος, μπορεί να βρει κανείς μαρτυρίες από γνωστούς περιηγητές, όπως ο Σατωβριάν, ο Φίλιπσον, ο Νιούτον, κ.α.

Το Ένατο Κεφάλαιο φέρει τον τίτλο «Οι Ιταλοί μπήκαν στην πόλη….». Πραγματεύεται την ιταλική κατοχή από το Μάιο του 1919 έως τον Απρίλιο του 1920. Η Ιταλία αρχικά αποβίβασε τα στρατεύματά της με τη λεγόμενη «αποστολή στην Ανατολία» (spedizione a Anatolia), αλλά βρήκε τα πράγματα πιο πολύπλοκα απ’ ότι φανταζόταν. Έτσι, λόγω έξαρσης του εθνικιστικού κινήματος των Νεοτούρκων και, συγχρόνως,  πιεσμένη από εσωτερικά προβλήματα, αποφάσισε ν’ αποσύρει τα στρατεύματά της από τη νοτιοανατολική Μικρά Ασία.

Το Δέκατο Κεφάλαιο είναι τα «Ποιμενικά» της Αλικαρνασσού. Εδώ έχουμε σκωπτικές διηγήσεις περί βοσκών, καθώς κι ένα γλωσσάριο με λέξεις ποιμενικές.

Το Ένδεκατο Κεφάλαιο βασίζεται στη μεταπτυχιακή εργασία της Ελένης Ψαραδάκη για τη Νέα Αλικαρνασσό στην Κρήτη. Έχει τον πολύ ποιητικό τίτλο: «Ένα ταξίδι τελείωσε, ένα ταξίδι ξεκίνησε…» Η ιστορία των Αλικαρνασσέων που στέριωσαν σε μια νέα πατρίδα στην Κρήτη μετά την καταστροφή και τον διωγμό, είναι ενδεικτική της εποποιίας της νεότερης ιστορίας μας που λέγεται ενσωμάτωση του Μικρασιατικού Ελληνισμού. Όλοι αυτοί οι Μικρασιάτες πρόσφυγες, άνθρωποι νοικοκυραίοι, έχασαν τα πάντα και ξεκίνησαν από το μηδέν στις νέες πατρίδες τους, σε πολύ αντίξοες συνθήκες, κι όμως ορθοπόδησαν και προόδευσαν, χωρίς ποτέ να ξεχάσουν βέβαια τις προγονικές εστίες τους.

Το Δωδέκατο Κεφάλαιο είναι «Λέξεις από την Πατρίδα…». Ο συγγραφέας παραθέτει σ’ ένα «Γλωσσάρι» λέξεις από την καθημερινή ντοπιολαλιά, η οποία χρησιμοποιούσε γλωσσικά δάνεια από την τουρκική. Το Γλωσσάρι αυτό βασίστηκε στις γλωσσολογικές μελέτες του καθηγητή Νίκου Κοντοσσόπουλου.

Ο αναγνώστης μπορεί να βρει εδώ πολύ ενδιαφέροντα στοιχεία για τη γλωσσική ποικιλία της Αλικαρνασσού με λήμματα, όπως το ‘αγγάστρι’ (εγκυμοσύνη), ‘αλεφαντάρι’ (αράχνη), ‘αλισβερίσι’ (συναλλαγή), ‘αμανάτι’ (ενέχυρο), ‘γιαπράκια’ (ντολμάδες), ‘γιαβάς-γιαβάς’ (σιγά-σιγά), ‘καφάς’ (κρανίο), κ.α.

Τέλος, το Δέκατο Τρίτο Κεφάλαιο εξετάζει «Το Πετρούμι…100 χρόνια μετά» με εικόνες του σήμερα. Ακολουθούν οι Πηγές του συγγραφέα (δηλαδή η Βιβλιογραφία του), ένα Αλφαβητικό Ευρετήριο Ονομάτων και φυσικά, το πολύ συγκινητικό «Αντί Επιλόγου», στο οποίο ο Μιχάλης Τριανταφύλλου επιμένει στην ανάγκη να διατηρηθούν αυτές οι μνήμες ζωντανές, οι μνήμες των παππούδων, των θείων και όποιου από τις παλαιότερες γενιές θυμάται κάτι. Οι μνήμες αυτές πρέπει να καταγραφούν.

Πρώτα όμως, πρέπει να βρεθεί κάποιος να ενδιαφερθεί για να τις διατηρήσει. Αυτό κάνει εδώ και χρόνια ο Μιχάλης Τριανταφύλλου, ακούραστος κι εργατικός σαν μέλισσα, συλλέγει το υλικό του (αυτό το αξιοθαύμαστα ογκώδες υλικό) με υπομονή κι απίστευτο ζήλο και μεράκι. Καρπός πρώτος αυτής της τιτάνιας προσπάθειας είναι το βιβλίο που παρουσιάζεται σήμερα.

Και λέμε «πρώτος», γιατί όπως βεβαιώνει ο συγγραφέας θα ακολουθήσουν άλλα δύο ή τρία, έχω χάσει τον αριθμό. Στο «Αντί επιλόγου» προαναγγέλλει ότι στο μέλλον θα ασχοληθεί με τη ζωή και τις εμπειρίες αυτών των ανθρώπων κατά την έξοδό τους από τη Μικρά Ασία, αλλά και τα δύσκολα χρόνια της ένταξής του στις νέες πατρίδες που ακολούθησαν.

Και όσο συγκινητικός είναι ο Επίλογος του βιβλίου, άλλο τόσο αξίζει να διαβάσετε τον Πρόλογο («Αντί Προλόγου). Εκεί ο συγγραφέας εξομολογείται τα κίνητρα που τον οδήγησαν σε αυτή την γενεαλογική περιπλάνηση στις ρίζες του:

«Το βιβλίο αυτό ξεκίνησε ως μια καταγραφή πληροφοριών για την οικογένειά μου αλλά τελικά επεκτάθηκε κι αποσκοπεί στην προσπάθεια αναβίωσης του τρόπου ζωής των Πετρουμιανών, κατοίκων της Αλικαρνασσού, τις ιστορίες τους και την πορεία τους πριν, κατά και μετά την Καταστροφή του 1922.» (Μ. Τριανταφύλλου)
 Στόχος του, όπως προειπώθηκε, η διατήρηση της συλλογικής μνήμης μέσα από τις προσωπικές μαρτυρίες, αυτό που οι ιστορικοί κι οι κοινωνιολόγοι αποκαλούν «συλλογικό υποσυνείδητο». Γι’ αυτό παραθέτει πολύ εύστοχα ως προμετωπίδα κι ένα απόσπασμα του κορυφαίου Γάλλου φιλόσοφου κι ιστορικού Ζαν Πιερ Βερνάν.

Η γλώσσα του Μιχάλη Τριανταφύλλου καθαρή, διαυγής, ο λόγος του σαφής και άμεσος, φτάνει στον αναγνώστη. Η έκφρασή του επιστημονική, τεκμηριωμένη, ενίοτε όμως το ύφος του γίνεται ζωντανό και γλαφυρό, όπως σε κάποιες περιγραφές. Τις περιγραφές αυτές συνοδεύει με πολύ ωραία εικονογράφηση ο Σπύρος Ζαχαρόπουλος.

 Το υλικό του χειμαρρώδες, όπως χειμαρρώδης είναι κι ίδιος, όταν μιλάει για τα μεράκια του. Το υλικό ξεπερνάει τα όρια ενός βιβλίου. Όπως έγραφε κι ο Ουμπέρτο Έκο στο έργο του «Come si fa un tesi di laurea», όταν έχουμε τελειώσει μια ακαδημαϊκή εργασία, δεν πετάμε ποτέ τίποτα, αλλά κρατάμε το υλικό μας, γιατί θα μας φανεί σίγουρα χρήσιμο σε μια επόμενη έρευνα στο μέλλον.

 Προσωπικά, εντυπωσιάζομαι και θαυμάζω τον Μιχάλη πώς βρήκε το χρόνο για να συλλέξει όλο αυτό το υλικό, να το διασταυρώσει, να το καταγράψει, να το ταξινομήσει. Γιατί ο Μιχάλης Τριανταφύλλου δεν κάνει μόνο αυτό, αλλά έχει πολλές ιδιότητες, είναι μια πολυσχιδής προσωπικότητα που θυμίζει τον αναγεννησιακό Καθολικό Άνθρωπο, τον Homo Universalis: σπούδασε γραφικές τέχνες και κινούμενο σχέδιο, είναι απόφοιτος της Σχολής Ξεναγών, δραστηριοποιείται ως ξεναγός, ζωγράφος, γλύπτης, Αντιπρόεδρος του Συλλόγου Μικρασιατών Ρόδου, συγγραφέας και φυσικά, σύζυγος και πατέρας.

Για να συλλέξει το υλικό του βιβλίου του, χρειάστηκε να ταξιδέψει επανειλημμένα στην Κρήτη, στην Κω, στην Αθήνα, στην Αλικαρνασσό απέναντι, αλλά και στην Ιταλία. Ειλικρινά, τον θαυμάζω πώς καταφέρνει να ανταπεξέρχεται σε όλα αυτά με συνέπεια και να έχει τα αποτελέσματα που έχει. Του εύχομαι de profundis «Καλοτάξιδο» το βιβλίο αυτό της Saga της οικογένειας Τριανταφύλλου!

Εύχομαι να συνεχίσει να είναι δημιουργικός και παραγωγικός και να απολαμβάνει αυτό που κάνει (αυτό που μας κρατάει στη ζωή). Εύχομαι, τέλος, να ακολουθήσουν σύντομα νέοι πνευματικοί «τοκετοί» με καινούρια βιβλία του.