Η Ε.Ε. και τα “ετερόδοξα οικονομικά”

Του Ηλία Καραβόλια


Η περίφημη και πολυπόθητη σύγκλιση των οικονομιών της Ε.Ε δεν έγινε μέχρι τώρα. Εμείς εδώ στην Ελλάδα το εμπεδώσαμε για τα καλά με την κρίση που περάσαμε.

Άλλωστε αυτό μας το δείχνουν και οι καταναλωτικές επιλογές των διαφορετικών εισοδηματικών τάξεων που συνθέτουν τον τουριστικό πληθυσμό της χώρας. Η αλήθεια είναι ότι κυκλοφορούν ''πολλά ευρώ''. 

Αυτό δείχνει το διάγραμμα της ΕΚΤ, που επισυνάπτω, με τα επιτόκια δανεισμού κάθε χώρας, το κόστος χρήματος δηλαδή. Αν κανείς βάλει δίπλα και ένα διάγραμμα με τις χαώδεις διαφορές μισθών και εισοδημάτων σε κάθε κράτος μέλος, τότε γίνεται εύκολα κατανοητό γιατί φθάσαμε σε μια Ευρώπη πολλών ταχυτήτων.

Το Brexit, η ελληνική παρατεταμένη κρίση, οι τριγμοί στην οικονομία της Ιταλίας, και οι κρισεις σε άλλες χώρες της ΕΕ, έδειξαν τις δομικές αδυναμίες της Ένωσης, την σαθρή αρχιτεκτονική της Ευρωζώνης, την βιαστική ένταξη κάποιων οικονομιών στον σκληρό πυρήνα της και φυσικά την αμείλεικτη πραγματικότητα του τραπεζικού ολιγοπωλιακού κατεστημένου που φούσκωνε με φθηνό χρήμα αγορές προιόντων και υπηρεσιών, σε ένα περιβάλλον δημοσιονομικών ελλειμμάτων στον Νότο και μή ανακυκλώσιμων πλεονασμάτων στον Βορρά. 

Και όλα αυτά πρίν ξεκινήσει ο εμπορικός πόλεμος με τις ΗΠΑ που δεν ξέρουμε πόσο θα μας στοιχίσει τελικά. Ας αφήσουμε όμως για λίγο την νομισματική και δημοσιονομική εικόνα των οικονομιών της ΕΕ. Ας δούμε γιατί η σύγκλιση των οικονομιών δεν επετεύχθη στην mainstream οικονομία.

Η απλή εξήγηση- το ότι δεν είχαμε πολιτική σύγκλιση παρά μόνο νομισματική- είναι φυσικά ανεπαρκής ή στην καλύτερη περίπτωση ελλιπής. Τα αίτια είναι βαθύτερα και εδράζονται μεταξύ άλλων και στην ιδεολογικοπολιτική εμμονή της άρχουσας τάξης και των τραπεζικών ελίτ σε Βρυξέλλες και Βερολίνο. 

Η αλήθεια φυσικά είναι ότι απο την στιγμή που η ΕΕ δεν είναι Κράτος με ενιαία οικονομική πολιτική, οι Συνθήκες και τα Σύμφωνα για οικονομική σταθερότητα θα γεννούν αποκλίσεις, συνεχώς. Αφαιρετικές θεωρήσεις της πραγματικότητας και μια λανθασμένη φαντασιακή οπτική δημιούργησαν ένα σκηνικό χαμηλού ρεαλισμού. 

Η Ε.Ε δεν κατάφερε να εξομοιώσει την βασική πηγή σύγκλισης των οικονομιών: το εισόδημα των πολιτών της.

Στοιχεία υπάρχουν άφθονα τόσο στις ιστοσελίδες της Κομισιόν όσο και στις εκθέσεις της ΕΚΤ. Το όλον της Ένωσης αποδείχθηκε- σε μακροοικονομικό επίπεδο- κάτι διαφορετικό απο το άθροισμα των μερών του, αφού οι μικροοικονομικές συνήθειες των πολιτών της Μεσογείου διαφέρουν απο τις προτεσταντικές συμπεριφορές των βορειοευρωπαίων.  Και η Οικονομία είναι αυτό ακριβώς: κουλτούρα, συνήθειες, ένστικτα, εμμονές, ανομοιογένεια συμπεριφορών, θεσμικές διαφορές.

Μπορεί να ευημερούν οι αριθμοί και οι “μέσοι όροι” στην ΕΕ όμως οι κοινωνικές συνθήκες δεν είναι και οι καλύτερες για μεγάλη μερίδα των πολιτών της. Και οι αιτίες έχουν πάλι την βάση τους σε μια ιδεολογική πλατφόρμα πολιτικής που επιμένει να μην οφελείται καθόλου απο την μετακευνσιανή σχολή σκέψης αλλά παραμένει εμμονικά στοχοπροσηλωμένη στην ιδεολογική βάση του γερμανικού ορθοφιλελευθερισμού. Φρονώ, φίλε αναγνώστη, ότι οι οικονομολόγοι των Βρυξελλών οφείλουν πλέον να ρίξουν μια ματιά και στα ετερόδοξα οικονομικά. 

Να κατανοήσουν πως χειρίζονται τα δημοσιονομικά και τα νομισματικά τους φαινόμενα οι ΗΠΑ, η Αυστραλία, ο Καναδάς, η Ιαπωνία, χώρες που χρησιμοποιούν το Κράτος χωρίς αυτό να γίνεται περιττό βάρος στην οικονομία, στις αγορές, στην κοινωνία.

Τόσο ο Keen στο βιβλίο του Debunking Economics όσο και ο Lavoie στο L' economie post- keynsienne μας καθοδηγούν περίφημα στο αναμφισβήτητο πλέον συμπέρασμα ότι ο βασιλιάς (Οικονομικά) είναι γυμνός και ότι η οικονομική πολιτική, ακόμη και σε μια νομισματική ένωση, πρέπει να αποφεύγει την στοχοπροσήλωση σε έναν ιδεατό κόσμο αλλά να σχεδιάζεται στην βάση της αποκλίνουσας πραγματικότητας.  

Τα ετερόδοξα οικονομικά πρέπει να επικρατήσουν στην νέα εποχή που ανοίγεται στην ΕΕ μετά το Brexit. Όπως παραθέτει ο Lavoie στο βιβλίο του για την μετακευνσιανή θεωρία και πολιτική, πρέπει να κατανοήσουμε ότι οι μύθοι του ορθόδοξου οικονομικού μοντέλου που στηρίζεται στο θέσφατο της ισορροπίας των αγορών, έχουν καταρρεύσει. 

Πρέπει να κατανοήσουμε ότι “η αύξηση της ζήτησης δεν οδηγεί αναγκαστικά σε άνοδο του επιπέδου των τιμών, η αύξηση του κατώτατου μισθού ή/ και των πραγματικών μισθών δεν οδηγεί σε αύξηση της ανεργίας και σε μείωση των κερδών, η μείωση της αποταμίευσης δεν οδηγεί σε μείωση των επενδύσεων και επιβράδυνση της μεγέθυνσης. 

Και τα δημοσιονομικά ελλείμματα δεν προκαλούν πάντα πληθωρισμό και αύξηση του επιτοκίου”. Άραγε στις Βρυξέλλες θα τα μελετήσουν κάποτε αυτά ή μήπως πρώτα πρέπει να τα κατανοήσουν τα “διεθυντήρια” σε Βερολίνο και Φρανκφούρτη;