''Και τώρα τι θα γένουμε χωρίς βαρβάρους ;''

Γράφει ο Ηλίας Καραβόλιας

O καβαφικός στίχος μάλλον ταιριάζει στη σημερινή κατάσταση της θεωρητικής εξόδου απο τα μνημόνια των δανειστών.

Ταιριάζει, πρωτίστως γιατί καλλιεργήθηκε η αίσθηση- επί μια δεκαετία περίπου - ότι οι εταίροι μας θέλανε το κακό μας, θέλανε τον πλούτο μας, θέλανε τη γη μας, θέλανε να μας κατακτήσουν.

Και εγώ, φίλε αναγνώστη, πολλές φορές έγραψα για τα εσκεμμένα λάθη των εταίρων/δανειστών. Για την ιδιοτέλειά τους, τις εμμονές τους να ασκούν παράλληλα με την πολιτική διάσωσης και τιμωρητική πολιτική.

Πολλές φορές έβλεπα ότι μας ήθελαν να συμπεριφερόμαστε ως κοινωνία ενοχής και όχι ως κοινωνία διόρθωσης. Κάποιοι όμως σ’ αυτό τον ευλογημένο τόπο έβλεπαν αυτό που εξ αρχαιοτάτων χρόνων φαντασιώνεται (βολικά) ο Έλληνας: ότι θέλουν να μας κατακτήσουν, να μας διαμελίσουν, να μας εξαφανίσουν οι άλλοι, οι ξένοι, οι αλλόθρησκοι, οι βάρβαροι.

Στο εξαιρετικό του βιβλίο ''Μικρό και Αλαζονικό  Έθνος'' (φράση του Νίτσε), 2018 -εκδ. Επίκεντρο, ο κριτικός Μ. Καραγιάννης γράφει κάπου:

''Η σημερινή κρίση είναι ο ίλιγγος και ο πανικός που προκαλεί στον Έλληνα η εποχή της παγκοσμιοποίησης.

Ξαφνικά πρέπει να αφήσει τα κομπολόγια και να περάσει κατ’ ευθείαν απο την ανατολίτικη αίσθηση του ιστορικού κυκλικού χρόνου στην μετανεωτερικότητα. Να μετρήσει, να σχεδιάσει, να προγραμματίσει για το μέλλον, να υλοποιήσει όσα ανέλαβε για διακόσια χρόνια, σε ένα ολισθηρό έδαφος και κάτω από ασφυκτική πίεση. Είναι η αδυναμία του να παραμείνει ακίνητος''.

Η ελληνική αντίληψη του χρόνου πριν την κρίση ήταν αυτή ακριβώς: το κομπολόι στο ένα χέρι και το Rolex στο άλλο. Και σήμερα, μετά απο τη μακροοικονομική λογιστική τακτοποίηση, ο χρόνος είναι που μετράει καταλυτικά. Το ρολόι στο χέρι (μαϊμού αυτή την φορά) ξαναγίνεται μετρητής εργασίας και πηγή άγχους.

Η μη  γραμμική αντίληψη του χρόνου εγκλωβίζει επικίνδυνα τον νεοέλληνα στα δεσμά της παραγωγικότητας, στα καπιταλιστικά όρια της ανταγωνιστικότητας και της καινοτομίας, στοιχεία που συστηματικά ''αμελούσε'' το συλλογικό υποκείμενο που καλείται ''ελληνική αγορά'' (ακριβώς επειδή τα αμελούσε το κάθε άτομο ξεχωριστά).

Το ξέρουμε ενδόμυχα όλοι μας: δεν φταίνει οι ξένοι που μας πέρασαν θηλειά στον λαιμό.  Είχαμε βάλει την δική μας θηλιά εμείς οι ίδιοι. Σε μια χώρα που ο τοπικισμός υπερισχύει του εθνικού στοιχείου, που η ατομικότητα μπερδεύεται με την υποκειμενικότητα και η κοινότητα με το συλλογικό, η αναστολή της βιώσιμης προόδου και της ευμάρειας για τους πολλούς, ήταν φυσικό αποτέλεσμα. Εγωκεντρικές ανομικές συμπεριφορές δόμησαν ένα κοινωνικό πλαίσιο στα όρια της παραβατικότητας.

Το γκάζι πατιέται πριν ανάψει το φανάρι, οι υποχρεώσεις πληρώνονται την τελευταία μέρα ή εμπρόθεσμα, τα σκουπίδια συσσωρεύονται όλες τις ώρες.

Μην αναρωτιέσαι, φίλε αναγνώστη, αν αυτά σχετίζονται με την κρίση και τα μνημόνια. Η κουλτούρα ενός ολόκληρου λαού είναι που γεννάει τις οικονομικές κρίσεις συν την καπιταλιστική πραγματικότητα της περιοδικής κρίσης υπερσυσσώρευσης. Ποτέ δεν υπάρχει μόνο μια αιτία για τα κοινωνικο - οικονομικά φαινόμενα.

Ο καταναλωτισμός μέσω της υπερχρέωσης γεννάει τα ελλείμματα, η έλλειψη θεσμικής παιδείας διαλύει το Κράτος, οι πελατειακές λογικές θρέφουν τις κομματικές παρέες που νέμονται την εξουσία κάθε φορά, εδώ και δεκαετίες.

Η πραγματικότητα, όπως γράφει ο Μ. Καραγιάννης, είναι ότι στην Ευρώπη θα υπάρχει πάντα ''ο συνεπής στον Νόμο Γερμανός απέναντι σε έναν αιώνιο παραβάτη Έλληνα''. Η ελληνική αντίληψη του Εγώ, του Κράτους, του Νόμου, είναι οι βασικές δομές της ιδιοσυγκρασίας μιας ολόκληρης κοινωνίας που τρώει τα σωθικά της μοιρασμένη, διχασμένη ανέκαθεν μεταξύ προσώπων και φατριών.

Χωρίς συνειδητοποιημένη και ισχυρή αστική τάξη, χωρίς να έχει ξεφύγει απο την προγονοπληξία σχεδόν ποτέ, η ελληνική κοινωνία των δύο τελευταίων αιώνων είναι η κοινωνία της ένοχης συνείδησης που βολικά ψάχνει στον καθρέφτη της τον Μεγάλο Άλλο ώστε να ζήσει σε μια ηδονική απραξία με το υπερτροφικό Εγώ και όχι το ορθολογικό Εμείς.

Αν συνεχίσουμε να βαδίζουμε με την υπερεγωτική προσταγή της ενοχής απέναντι στην Αλλαγή, αν δεν αποτινάξουμε τον ζυγό της εθνικής μας νεύρωσης (Νεοφοβία), θα ξαναχρεωθούμε ως λαός, ως Οικονομία, ως κοινωνία, ως  Έθνος. Και οι οφειλές μας θα είναι οφειλές απέναντι στα παιδιά μας.  Ίσως τότε η Ιστορία να μην έχει βαρβάρους να μας προσφέρει ώστε βολικά να ξορκίσουμε το Κακό...