Πώς φτάσαμε από τη Δραχμή στο Ευρώ

Γράφει ο Γιάννης Σαμαρτζής
Οικονομολόγος

H πορεία, την οποία ακολούθησε η δραχμή, από της συστάσεως του ελληνικού κράτους, μετά την απελευθέρωση από την οθωμανική κατοχή, είναι η παρακάτω:

Το διάταγμα 8/20 Φεβρουαρίου του 1833 επί βασιλείας Όθωνος αντικατέστησε  τον Φοίνικα και καθιέρωσε ως εθνικό νόμισμα τη δραχμή, η οποία συνίστατο από 9 μόρια αργύρου και ένα μόριο χαλκού.

Το 1841 ιδρύθηκε η Εθνική Τράπεζα, η οποία εξέδωσε τα πρώτα τραπεζογραμμάτια (χαρτονομίσματα), ενώ μέχρι το έτος 1842 κυκλοφορούσε το μεταλλικό χρήμα.

Το έτος 1867 η Ελλάδα εισήλθε στη Λατινική Νομισματική Ένωση, την οποία αποτελούσαν, η Γαλλία, η Ελβετία, το Βέλγιο και η Ιταλία, όπου ίσχυε ο διμεταλλισμός αργύρου-χρυσού.

Στις 14 Μαΐου του 1928 ιδρύθηκε η Τράπεζα της Ελλάδος, η οποία λειτουργούσε ως Εκδοτική Τράπεζα και ανέλαβε το προνόμιο έκδοσης των χαρτονομισμάτων της δραχμής.

Κατά τη Γερμανική κατοχή, ο νομισματικός μηχανισμός παρέλυσε και οι συναλλαγές γίνονταν με χρυσές λίρες και με αντιπραγματισμό, δηλαδή με ανταλλαγή αγαθών, λόγω του καλπάζοντος πληθωρισμού.

Μετά την απελευθέρωση, εισήχθη η νέα δραχμή (11/11/1944), η οποία βασιζόταν στην Αγγλική λίρα, με σχέση 600 δραχμές προς μία λίρα. Ακολούθησαν δύο υποτιμήσεις της δραχμής, λόγω ασταθούς πολιτικού κλίματος και υψηλού πληθωρισμού, τον Ιούνιο του 1945 και τον Ιανουάριο του 1946.

Στις 9/4/1953 έγινε νέα «τολμηρή» υποτίμηση της δραχμής και η ισοτιμία δραχμής-δολαρίου ΗΠΑ διαμορφώθηκε στις 30 δραχμές, με την κατάργηση των τριών μηδενικών από 30.000 δραχμές που ήταν πριν, ενώ παράλληλα, ελήφθησαν έκτακτα μέτρα με σκοπό την οικονομική ανάκαμψη της χώρας μας.

Η ισοτιμία των 30 δραχμών προς ένα δολάριο ΗΠΑ διατηρήθηκε μέχρι τον Μάρτιο του 1975, οπότε η δραχμή αποσυνδέθηκε από το δολάριο και από τότε ξεκίνησε μια βαθμιαία διολίσθησή της, έναντι όλων των «σκληρών» νομισμάτων, για να καλυφθεί η απώλεια της ανταγωνιστικότητας των ελληνικών προϊόντων (αγαθών και υπηρεσιών).

Στις 9/1/1983 και 11/10/1985 ακολούθησαν δύο υποτιμήσεις της δραχμής, για να καλυφθεί εκ νέου η απώλεια ανταγωνιστικότητας της Ελληνικής Οικονομίας.

Στις 15/1/2000, δύο χρόνια περίπου πριν την εφαρμογή του Ευρώ, αποφασίζεται από τους Υπουργούς Οικονομικών της Ευρωζώνης και την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, με τη συμμετοχή της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της Νομισματικής Επιτροπής, μια μικρή ανατίμηση της δραχμής και από 353 δρχ., ανά ευρώ καθορίζεται στις 340,750 δραχμές, σχέση η οποία παρέμεινε μέχρι την ημερομηνία εφαρμογής του Ευρώ.

Η πορεία προς το Ευρώ
Στις 25/3/1957 υπογράφεται η Συνθήκη της Ρώμης και στις 8/6/1959 η Ελλάδα υποβάλλει αίτηση σύνδεσης με την Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα (ΕΟΚ).

Το 1967, με το πραξικόπημα των Συνταγματαρχών, ανακόπτεται η πορεία ενσωμάτωσης της χώρας μας με την ΕΟΚ και «παγώνει» η συμφωνία σύνδεσης.

Μετά την αποκατάσταση της Δημοκρατίας στη χώρα μας, η συμφωνία σύνδεσης επανέρχεται στο προσκήνιο και έτσι η Ελλάδα υποβάλλει αίτηση προσχώρησης στην ΕΟΚ στις 12 Ιούνιου 1975 και περίπου ένα χρόνο αργότερα άρχισαν οι διαπραγματεύσεις ένταξης.

Στις 28/5/1979 υπεγράφη η Πράξη Προσχώρησης, ενώ η ένταξη της Ελλάδος στην Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα (ΕΟΚ) πραγματοποιήθηκε την 1η Ιανουαρίου 1981 και έτσι η χώρα μας έγινε το δέκατο μέλος της ένταξης, όντας μέχρι σήμερα η μοναδική χώρα από την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Ένωσης που εντάχθηκε στη μεγάλη ευρωπαϊκή οικογένεια απολύτως μόνη της, σε αντίθεση με όλες τις άλλες χώρες, που εντάχθηκαν ομαδοποιημένες ανά δύο, τρεις ή ακόμη ανά δέκα στην προτελευταία διεύρυνση της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Τα στάδια και οι φάσεις για την ολοκλήρωση του Ευρώ
Η ολοκλήρωση της Ευρωπαϊκής Ενοποίησης γίνεται με τη δημιουργία της Οικονομικής Νομισματικής  Ένωσης (ΟΝΕ), σε τρία στάδια:

• Το πρώτο στάδιο άρχισε την 1/7/1990 με την απελευθέρωση της κυκλοφορίας κεφαλαίων και την ένταξη των νομισμάτων στο Μηχανισμό Συναλλαγματικών Ισοτιμιών (Μ.Σ.Ι.).

• Το δεύτερο στάδιο ξεκίνησε την 1/1/1994 και προσδιόρισε τη Συνθήκη του Μάαστριχτ. Στο στάδιο αυτό προβλεπόταν η δημιουργία του Ευρωπαϊκού Νομισματικού Ιδρύματος, το οποίο θα προετοίμαζε το έργο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) για την επίτευξη της οικονομικής σύγκλισης, βάσει των κριτηρίων της Συμφωνίας του Μάαστριχτ.

• Το τρίτο στάδιο ξεκίνησε την 1/1/1999. Στο στάδιο αυτό οι έντεκα (11) πρώτες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, Αυστρία, Βέλγιο, Γαλλία, Γερμανία, Ιρλανδία, Ισπανία, Ιταλία, Λουξεμβούργο, Ολλανδία, Πορτογαλία και Φινλανδία, οι οποίες είχαν εκπληρώσει τα κριτήρια σύγκλισης που προβλέπονταν από τη Συνθήκη του Μάαστριχτ, εισέρχονται στην Οικονομική Νομισματική Ένωση (ΟΝΕ), δηλαδή εισέρχονται στη ζώνη του Ευρώ (πλην της Ελλάδος, Σουηδίας, Αγγλίας και Δανίας).

Η Ευρωπαϊκή  Ένωση μεταβαίνει από το ECU στο Ευρώ σε τρείς φάσεις:
• Η πρώτη φάση ξεκίνησε στις 2/5/1998. Στη φάση αυτή καθορίστηκαν οι διμερείς συναλλαγματικές ισοτιμίες των νομισμάτων των 11 πρώτων χωρών.

• Η δεύτερη φάση άρχισε την 1/1/1999 κατά την οποία επισημοποιήθηκαν οι καθορισθείσες σταθερές ισοτιμίες των νομισμάτων προς το Ευρώ, με ισοτιμία 1 ECU =1 Eυρώ.  Η είσοδος της δραχμής στη ζώνη του ευρώ, ως δωδέκατη χώρα, έγινε την 1/1/2001, δηλαδή δύο χρόνια μετά, έναντι των υπολοίπων 11 χωρών της Ευρωζώνης.

• Η τρίτη φάση ξεκινά την 1/1/2002. Κατά τη φάση αυτή γίνεται η κυκλοφορία των εθνικών νομισμάτων παράλληλα με την κυκλοφορία των χαρτονομισμάτων και των κερμάτων του ευρώ, μέχρι την 30/6/2002. Μετά την ημερομηνία αυτή, δηλαδή από την 1η Ιουλίου 2002, τα εθνικά νομίσματα αποσύρονται και ανταλλάσσονται με τα Ευρώ από τις Κεντρικές Τράπεζες των 12 πρώτων χωρών της Ευρωζώνης, συμπεριλαμβανομένης και της Ελλάδος.

Εδώ, θα πρέπει να σημειώσουμε ότι το σημαντικότερο ρόλο στο Ευρωσύστημα παίζει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ), η οποία ιδρύθηκε τον Ιούνιο του 1998 και αντικατέστησε το Ευρωπαϊκό Νομισματικό Ινστιτούτο (ΕΝΙ).

To Ευρωσύστημα περιλαμβάνει την Ε.Κ.Τ. και τις επιμέρους 19 Κεντρικές Τράπεζες των κρατών-μελών της Ευρωζώνης, που αποτελούν το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Κεντρικών Τραπεζών, το οποίο χαράσσει τη νομισματική πολιτική και έχει ως πρωταρχικό στόχο τη σταθερότητα των τιμών.

Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ), που εδρεύει στη Φρανκφούρτη, σύμφωνα με τη συνθήκη του Μάαστριχτ και για την επίτευξη των στόχων της, έχει την πλήρη πολιτική ανεξαρτησία. Γι’ αυτό, όλες οι δραστηριότητες και οι αποφάσεις της νομισματικής πολιτικής, όπως π.χ. εκείνες σχετικά με το ύψος των επιτοκίων,  λαμβάνονται αποκλειστικά από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, χωρίς να παρεμβαίνουν οι πολιτικές αρχές.

Με τη συμμετοχή της χώρας μας στον ισχυρό πυρήνα των κρατών – μελών της Ευρωζώνης, δημιουργήθηκαν οι κατάλληλες προϋποθέσεις ώστε να διαμορφωθούν νέες συνθήκες για την ελληνική οικονομία και να ισχυροποιηθεί η θέση της Ελλάδος, τόσο  σε ευρωπαϊκό όσο και  σε διεθνές επίπεδο.

Ωστόσο, η κακή δημοσιονομική διαχείριση που ακολουθήθηκε από τους κυβερνητικούς παράγοντες, τόσο στο σκέλος των εσόδων του Προϋπολογισμού,  με το χάιδεμα των μεγαλο - οφειλετών  και την ανοχή τους στη φοροδιαφυγή, όσο και στο σκέλος των δαπανών, με τις αλόγιστες δαπάνες των Υπουργείων και τις παθογένειες, με την αναξιοκρατία  και το πελατειακό σύστημα των ανεξέλεγκτων διορισμών στο δημόσιο  και τους οργανισμούς, διεύρυναν  τα δημοσιονομικά ελλείμματα, τα οποία καλύπτονταν (ισοσκελίζονταν) με δανεισμό, ο οποίος χρόνο με το χρόνο διογκωνόταν, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί ένα υπερβολικό και  δυσβάστακτο  Δημόσιο Χρέος, το οποίο, δυστυχώς, οδήγησε τη χώρα μας, με  μαθηματικό τρόπο, σε πτώχευση.

Από το βιβλίο μου με τίτλο: «Θέματα Οικονομίας και Τουριστικής Ανάπτυξης» (Με έμφαση στην Παραγωγικότητα - Ανταγωνιστικότητα), Έκδοση Επιμελητηρίου  Δωδεκανήσου, Ρόδος 2010.

Πηγή: Στυλιανού Α. Σαραντίδη, περιοδικό «Τάσεις – Η Ελληνική Οικονομία 2001».