Χωρίς παιδεία -  χωρίς γνώση - χωρίς ζωή

Τη γνώση δεν πρέπει να την χρησιμοποιούμε σαν λημέρι και απάγκιο αλλά σαν μια ρητή πραγματικότητα ενάντια στην μονοτονία της καθημερινότητας, που έχει αναγάγει το κέρδος σε πρώτη αξία και τη  φτηνή προπαγάνδα του καταναλωτισμού σε ύψιστη ανάγκη, που πάση θυσία πρέπει να επιβληθεί στις μάζες. 

Τη μάθηση και την εντρύφηση σε κάθε είδους εμβαπτισμένες ακρότητες που απαγορεύονται από το σύστημα συλλογής ελλιπών και ταυτόχρονα ανούσιων πληροφοριών, τη μόρφωση ως ανάγκη και όχι ως βασικό προσόν για την καριέρα, θα πρέπει να τις καλλιεργούμε και να τις επιδιώκουμε με κάθε ευκαιρία γιατί μόνο με τη μόρφωση και τη μάθηση αποκτούμε την πολυπόθητη Παιδεία, μια λέξη που έχει καταντήσει μυθιστορηματικός στόχος σε κάποιους στενούς κύκλους διανοουμένων ή απλώς ανθρώπων που εξακολουθούν να πορεύονται αντίθετα με το τη φορά του ρέματος, ποντάροντας σε αξίες και ιδανικά μιας άλλης εποχής, δήθεν γραφικής και ξεπερασμένης,  κατά τους φανφαρολόγους. 

Αλήθεια, ποιες εποχές είναι αυτές που έχουν ξεπεραστεί; Ποια ιστορικά ή ποιητικά κείμενα υπερπήδησαν ή υπερέβησαν ποτέ σε αξία τις κατατεθημένες σκέψεις ή ποιήματα του Ρεμπώ, του Προυστ, του Ρίλκε ή του Νοβάλις όλης αυτής της οργιαστικής πληθώρας λογοτεχνών, συγγραφέων και ποιητών από τον 16ο  έως τον 19ο αιώνα; Πόσοι φιλόσοφοι και διανοητές του σήμερα ομοιάζουν στον Καντ και τον Hegel ή τον Schleiermacher, ή σε  πολιτικούς στοχαστές του τύπου Κροπότκιν,  Προυντόν αλλά και σε νεότερους όπως Όργουελ, Καστοριάδη ή  Μπούκτσιν;  

Έχουν άραγε να προσθέσουν  κάτι  συγκλονιστικό στη  σημερινή πνευματική ερημιά που έχει κατακυριεύσει τον κόσμο, ή απλώς προσπαθούν να μιμηθούν τις πολυγραφότατες αυτές πένες που εξακολουθούν να σημαίνουν κάτι σαν Τιτάνες του πνεύματος;

Όχι, η σημερινή εποχή δεν φημίζεται για τη γνωσιακή της προσφορά. Τουναντίον, θα έλεγα, οι περιπτώσεις σπανίζουν και οι απόψεις έχουν περιοριστεί δραματικά. Κάποτε ο Γκυ Ντεμπόρ μιλούσε για το ενσωματωμένο θεαματικό, την κοινωνία του θεάματος, προϊδεάζοντας για το τι θα επακολουθήσει. Σήμερα οι θεωρίες αυτές από τη δεκαετία του΄60 έχουν μάλλον επιβεβαιωθεί, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την περαιτέρω κοινωνική εξαθλίωση στον βωμό εξαγορασμένων αξιών και ιδεών. 
Υπάρχει δε και ένα μεγάλο ποσοστό του κόσμου που αγνοεί προκλητικά και σε υπέρτατο βαθμό τα εν λόγω γραφόμενα, γιατί έτσι θέλησε το σύστημα προαγωγής απόλυτα συγκεχυμένων θεωριών που δεν μπορούν να αντέξουν στο χρόνο. 

Γιατί από κάποιο σημείο και μετά μιλάμε για πολιτιστική βιομηχανία, που έλεγε και ο Adorno, για μια κοινωνία που στηρίζεται στην τεχνολογική εξέλιξη με τα αντίστοιχα οδυνηρά αποτελέσματα, που τόσο γλαφυρά είχε περιγράψει μαζί με τον Adorno και ο Horkheimer, μαζί με όλους τους άλλους εκπροσώπους της φιλοσοφικής σχολής της Φρανκφούρτης.  Δεν είναι εύκολο λοιπόν σήμερα να εκφραστεί κανείς ξανά όπως ο Αλμπέρ Καμύ ούτε να επιχειρηματολογήσει διεξοδικά για την αρχαία Ελλάδα όπως η Hannah Arendt, ξεσκονίζοντας στην κυριολεξία το πραγματικό εκείνο δημοκρατικό πολίτευμα, που ακόμη και ο Ομπάμα στην πρόσφατη τελευταία του επίσκεψη στην Ελλάδα ως πρόεδρος των ΗΠΑ μνημόνευσε, προσθέτοντας όμως παράλληλα πως στις σημερινές κοινωνίες μας είναι  τάχα ανεφάρμοστο, γιατί έτσι ήταν αναγκασμένος να πει.  

Όχι δεν υπάρχει σήμερα ψυχικά κατατεθειμένος οργασμός, παρά μία πληθώρα από συγγραφείς που ξεπετιούνται σαν τα μανιτάρια υπηρετώντας ένα επιτηδευμένα πρωτοποριακό και συγχρόνως κατεστημένο σύστημα γραφής, μη προσφέροντας το κάτι διαφορετικό, το καινούργιο και επαναστατικό για τούτη τη ρημαγμένη απ΄όλες τις πλευρές και απόψεις κοινωνία. 

Αν ζούσε σήμερα ο Σοπενχάουερ, θα δικαιολογούσε τον εαυτό του στο πολλαπλάσιο που θα ζούσε και πάλι για πολύ απομονωμένος από τον κόσμο. Αν ζούσε ο Franz Kafka, απλώς θα έβλεπε πως ο «Πύργος» ή η «Δίκη» του δεν θα μπορούσαν να γραφούν αλλιώς. Τέλος αν ο λόγος δινόταν στην πολιτική αμαζόνα Ρόζα Λούξενμπουργκ  ή τον θεατρικό πεζοιγράφο Heinrich von Kleist - σε μεγάλη χρονική απόσταση μεταξύ τους - θα μπορούσαν ίσως να είχαν βρει εντέλει το μυστικό της ανθρώπινης διανοητικής επιβίωσης. 

Όμως όλοι αυτοί δεν ζουν πια, παρά μόνο μέσα από τα έργα τους. Αν απλώς τους μνημονεύαμε, δεν θα κάναμε κάτι ξεχωριστό. Αν τους αναφέραμε μόνον ως βοήθεια στον προφερόμενο λόγο στις συζητήσεις ή τα κείμενα - όπως αυτό που γράφω σήμερα - δεν θα πετυχαίναμε ολοκληρωτικά τον στόχο. Γιατί όπως έλεγε και ο αξέχαστος Καστοριάδης, τα έργα των μεγάλων διανοητών, φιλοσόφων ή ποιητών πρέπει να συζητιούνται γιατί μόνο έτσι παραμένουν ζωντανά και επίκαιρα. Γιατί μόνο έτσι αποκτάται η Παιδεία, μακριά από τους κάθε λογής ειδικούς και φανφαρολόγους μιας εποχής που έχει μετατραπεί από εφιαλτική ουτοπία σε οδυνηρή πραγματικότητα λόγω της ολικής εμπορευματοποίησης της γνώσης και της απόλυτης εξαφάνισης της Παιδείας.