Περί αμάσητης τροφής ο λόγος

Γράφει ο Φίλιππος Ζάχαρης
zachfil64@gmail.com


Δεν είμαστε ειλικρινείς με τους εαυτούς μας. Αν πραγματικά θέλαμε να αλλάξει αυτή η κοινωνία, θα φροντίζαμε - ο καθένας από την πλευρά του - να βάλουμε ένα λιθαράκι – όχι με την έννοια της αναγκαστικής προσφοράς – που θα βοηθούσε στην κατανόηση του τι ζούμε μέχρι τώρα και του τι επιδιώκουμε να κάνουμε στο μέλλον.

Αν πραγματικά μας είχε κουράσει όλη αυτή η κατάσταση ανελευθερίας και ταυτόχρονα ασυδοσίας, θα επιθυμούσαμε να στερηθούμε τα όποια καταναλωτικά αγαθά προς χάριν μιας καλύτερης ανθρώπινης κατανόησης  και συμπεριφοράς. Δεν το θέλουμε όμως, δεν το επιθυμούμε πραγματικά.

Πολλοί είναι αυτοί που θέλουν απλά να αποκτήσουν περισσότερα και να υπερέχουν από τον διπλανό τους, ενώ δεν και λίγοι εκείνοι που και τι δεν θα έδιναν να βρεθούν από την μια στιγμή στην άλλη στο ζενίθ της επαγγελματικής τους καριέρας.

Το γεγονός και μόνο ότι έχουμε προσανατολιστεί σε υλικές επιθυμίες, θεωρώντας πως με αυτές θα προχωρήσουμε με όρεξη και λαχτάρα στην επόμενη μέρα,  το γεγονός ότι έχουμε αποκλείσει τον εαυτό μας από αιτήματα για μια διαφορετική αντιληπτική δυνατότητα επεξεργασίας των κοινωνικών δομών, αυτό ακριβώς μας σπρώχνει σε σημαντικά αδιέξοδα από την στιγμή που ιεραρχούμε τις ανάγκες μας με βάση περισσότερο του τι παράγουμε και λιγότερο του τι μας παρέχεται.

Μπορεί να διαμαρτυρόμαστε για τις μικρές παροχές, μπορεί να μην μπορούμε να τα βγάλουμε πέρα οικονομικά, όμως και μόνο το γεγονός ότι παρακαλούμε να έχουμε δουλειά ακόμη και με ελάχιστες απολαβές ή να εργαζόμαστε περιστασιακά, διότι τάχα έτσι δεν πέφτουμε σε κατάθλιψη, αυτό από μόνο του αποτελεί μια σημαντική ήττα στην καθημερινότητά μας, αφού όχι απλά δεν μας περισσεύει τίποτε αλλά και να θέλαμε να πορευθούμε με ασφάλεια, δεν μπορούμε.

Ζούμε αφενός σε καθεστώς ανελευθερίας, ατομικού εγκλεισμού και  κοινωνικής περιθωριοποίησης, και αφετέρου σε κατάσταση πνευματικής μιζέριας που εξαγοράζεται από την φθήνια των επιχειρημάτων και της ιταμής προσέγγισης της πολιτικής πραγματικότητας που άλλοι ορίζουν  κάθε τέσσερα χρόνια.

Αν θέλαμε να το αλλάξουμε όλο αυτό, θα καταφεύγαμε σε άλλες λύσεις καθαρά ανθρώπινες, γιατί αυτό ακριβώς είναι που μας έχουν στερήσει. Αν όμως πραγματικά θέλαμε να απαλλαγούμε από τον καθημερινό απολογητικό προτσές, αν μετρούσαμε τις μέρες της καθεστωτικής αναλγησίας, γιατί ακριβώς αυτή η σφοδρή επιθυμία για μια άλλη κοινωνία θα ήταν κοινή, θα μπορούσαμε να φανταστούμε πως θα ήταν η ζωή μας χωρίς τους τωρινούς εφιάλτες, και όχι μόνο να το φανταστούμε αλλά και να το κάνουμε πράξη.

Το σίγουρο είναι πως κανένας δεν θα μας πει πότε να εξεγερθούμε. Επίσης άγνωστο είναι το πότε και κάτω υπό ποιες συνθήκες θα αρχίσουμε να απαντάμε αρνητικά στα αιτήματα της θεσμισμένης κοινοβουλευτικής εξουσίας.
Θέλουμε όμως να εξεγερθούμε; Θέλουμε να αλλάξουμε τις κοινωνικές δομές και τους θεσμούς, θέλουμε την πραγματική δημοκρατία, ή απλά βρισκόμαστε σε ένα αποχαυνωτικό νιρβάνα που ενίοτε διακόπτεται από φτωχές επιθυμίες και απαιτήσεις; Θα πρέπει να δούμε τα πράγματα με μεγαλύτερη σοβαρότητα.

Η καταναλωτική κοινωνία που ζούμε θα συνεχίσει σε αυτούς τους ρυθμούς λόγω της συνεχούς παραγωγής γκάτζετ και γενικότερα υλικών αγαθών που θα στοχεύουν την περαιτέρω ιδιώτευση. Δεν θα αλλάξει στο παραμικρό η νοοτροπία του να θέλουν να σε κάνουν ακόμη περισσότερο αυτοματοποιημένη συνείδηση, ένα πραγματικό ράκος από τις νέες επιστημονικές ανακαλύψεις που σε μεταμορφώνουν σε παθητικό δέκτη.

Το θέμα λοιπόν είναι τι κάνεις εσύ, πως το εκλαμβάνεις και αν έχεις άλλες αντοχές. Το δέλεαρ είναι το χρήμα, να βγάζεις περισσότερα για να καταναλώνεις ακόμη πιο πολλά. Το μότο των προηγούμενων πέντε δεκαετιών ήταν: κατανάλωσε – κατανάλωσε. Το τωρινό δόγμα σχετίζεται με την θεσμισμένη παράδοση ενός άκρατου καπιταλισμού χωρίς πρόσωπο και προσανατολισμό.  Εναπόκειται στις μάζες να σκεφθούν κατά πόσο μπορούν ακόμη να καταπίνουν αμάσητη την τροφή.