Το χαμένο άρωμα του πολιτισμού

Πολλοί θεωρούν πως η ελληνική κοινωνία δεν έχει άλλες ευκαιρίες να ανασάνει και πως παίζει το τελευταίο της  χαρτί σε ό,τι αφορά την εμπιστοσύνη στους πολιτικούς, τους θεσμούς και τους νόμους. Είναι τόσο πολλές μαζεμένες οι κατηγορίες κατά του ούτως ή άλλως ανύπαρκτου κοινωνικού κράτους, είναι τόσο μεγάλη η δυσθυμία κατά του τωρινού συστήματος που παράγει ανθρώπους, οι οποίοι επιθυμούν τη βόλεψή τους και όχι την αλληλεγγύη και τη συμπαράσταση στον διπλανό, που νομίζεις πως κάποια στιγμή η έκρηξη θα είναι αναπόφευκτη.

Προς το παρόν όμως – και αυτό είναι το περίεργο – η εκτόνωση έρχεται με αφορμή εθνικιστικά θέματα που καλύπτουν τα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων, θέματα που μονοπωλούν την επικαιρότητα ενώ θα έπρεπε να βρίσκονται στην ουρά της ειδησεογραφίας.

Ο λόγος είναι απλός και σχετίζεται με τη φτώχεια που προκαλεί κοινωνικό μπλοκάρισμα και αλλοτρίωση σε τέτοιο βαθμό που όλοι θεωρούν πως αν πλουτίσουν ξαφνικά, θα λυθεί το πρόβλημά τους, χωρίς να αντιλαμβάνονται πως το όλο θέμα δεν είναι να κάνει κανείς περισσότερα λεφτά, αλλά να πλησιάσει με κάθε τρόπο τον συνάνθρωπο, ανταλλάσσοντας απόψεις για μια καλύτερη κοινωνία, μια καθαρά δημοκρατική κοινωνία. 

Το ζητούμενο δεν είναι λοιπόν να εξασφαλίσουμε μια θέση σε αυτή την κοινωνία αλλά να αναρωτηθούμε εάν το μόνο που μας ενδιαφέρει είναι μόνο αυτή η μονάκριβη «γωνιά», το λημέρι μας σε τούτη την ούτως ή άλλως αποσυντονισμένη κοινωνία.

Αν αποδιώξουμε μετά τη διερώτηση την εντύπωσή μας πως όλα σχετίζονται με το χρήμα και πως δεν υπάρχει άλλη αξία από αυτό στη σημερινή ζωή, αν αποτινάξουμε την πεποίθηση ότι οι φιλίες εξαρτώνται από την επαγγελματική θέση του καθενός – κάτι που οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια στην απάλειψη της ανθρώπινης συναναστροφής – τότε ο δρόμος για έναν άλλο ρυθμό ζωής ανοίγει διάπλατα, καθώς δεν είναι και λίγοι αυτοί που θα βρεθούν και θα πουν πως «μέχρι εδώ ήταν – ας δοκιμάσουμε το διαφορετικό, αυτό που μας στέρησαν επί δεκαετίες.»  

Γιατί αυτό έχει συμβεί στην Ελλάδα και στον υπόλοιπο κόσμο, να μας διδάσκουν όλοι πώς να βγάλουμε περισσότερα λεφτά και να μην μας επιτρέπουν με τον τρόπο τους - που σχετίζεται άμεσα  με τα σερβιριζόμενα κοινωνικά πρότυπα - να φανταστούμε μια άλλη ζωή, αυτή που διεκδίκησαν με πάθος οι μάζες το 18ο αιώνα και τις αρχές του 19ου αιώνα, πριν οι δύο παγκόσμιοι πόλεμοι στερήσουν από τους λαούς την ικανότητα να σκεφθούν διαφορετικά. 

Η ελληνική κοινωνία λοιπόν δεν διαφέρει σε τίποτε από τις άλλες, με μία μόνο διαφορά: εδώ δίνεται η δυνατότητα να ανοίξουν οι ασκοί του Αιόλου λόγω της παρατεταμένης οικονομικής κρίσης, της φτώχειας και της έλλειψης. Εδώ, σε αυτή τη χώρα που υποφέρει επί πολλές δεκαετίες λόγω έλλειψης εμπιστοσύνης στους θεσμούς και τους νόμους, επικρατούν συνήθως οι κακές Κασσάνδρες με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τη διαμόρφωση του κοινωνικού ιστού.  

Οι πολίτες λοιπόν αυτού του τόπου πρέπει να αντιπαλέψουν αυτήν ακριβώς την κατάσταση και όχι να κομπορρημονούν πως αν κάνουν λεφτά, το πρόβλημα θα λυθεί. Είναι όμως περίεργο – όπως προείπα – ότι αντί να ακολουθήσουν την πορεία προς την αλληλεγγύη και την αμφισβήτηση των θεσμισμένων παραστάσεων από προταθείσες ιδανικές εικόνες εύκολου και γρήγορου πλουτισμού, αυτοί οι πολίτες δεν κάνουν το βήμα προς τα εμπρός αλλά επαφίενται σε κάποιο αόρατο χέρι να τους τραβήξει από τον βούρκο στον όποιο οι ίδιοι έχουν πέσει, θεωρώντας πως ο δρόμος που τους χάραξαν είναι ο καλύτερος δυνατός και πως από την κρίση δεν ξεφεύγει κανείς παρά μόνο κάνοντας λεφτά και περιουσία γιατί έτσι μπορεί να εξαγοράζουν τα πάντα.

Είναι και παραμένει περίεργο, λοιπόν, πως προτιμούν να αναλώνονται σε εθνικιστικές τσιρίδες και προπαγάνδες, μη γνωρίζοντας πως η εξουσία αυτό διακηρύττει κρυφίως, τον διχασμό των μαζών.

Γιατί εθνικισμός και πατριδολατρία έπρεπε να είναι το τελευταίο πράγμα  που θα απασχολούσε τους πολίτες μιας χώρας που έχει απολέσει από καιρό την ικανότητα να δει τι είναι αυτό που αναδύει το ευγενές άρωμα του πολιτισμού.