Λεξιστορείν: Mην μ’ ανακατώνεις!

Το ρήμα ανακατώνω (με αρχική μορφή τον τύπο ανωκατώνω) έχει ποικίλες σημασίες σήμερα όπως  «βάζω μαζί ανόμοια ή όμοια πράγματα», «εμπλέκω κάποιον σε κάτι», «αναμειγνύομαι».

Η λέξη προέρχεται από το επίθετο ανάκατος-η-ο = ο ανάμικτος, ο συγκεχυμένος, ο ακατάστατος, το οποίο με τη σειρά του είναι μια σύνθεση των επιρρημάτων άνω και κάτω. Από το ρήμα αυτό προέρχονται και τα ουσιαστικά ανακατωσούρα και ανακατωσούρας.