Ψαρεύοντας αναμοπάες  από τις καστροπολεμίστρες  του Κάστρου Χώρας Καλύμνου

Γράφει o Γιάννης Χειλάς
Δάσκαλος, Υπεύθυνος του Ναυτικού Μουσείου Καλύμνου


Νά ’μαστε πάλι κατάγιαλα, «παρά θίν’  αλός», παρέα με τους θαλασσινούς μας.  Στον όξω μόλο του λιμανιού συνάντησα τον παλιό μου φίλο, την «Παλιόβαρκα» όπως συνηθίζω να τον αποκαλώ.

Ξαφνιάστηκα  σαν τον είδα να ψαρεύει με το καλαμί(δι),

– Έι παλιόβαρκα τι είναι; πού πήγες τη βάρκα σου; Με το καλαμί κατάντησες να ψαρεύεις;
Πάλι  σεκλετισμένος. Έκρυβε θυμό μέσα του.

– Την βάρκα; στο χωράφι την έχω τραβηγμένη. Έβγαλε και τσουκνούες ’πο κάτω! Του γείτονα  ήπιασε και κωλορίζα!

Ποιος νησιώτης, δάσκαλε,  μπορεί σήμερα να συντηρήσει βάρκα;  Μια ζωή στη θάλασσα ονειρευόμουν στα γεράματα νά ΄χω ένα βαρκάκι να ψαρεύω, να πηγαίνω με τη φαμίλια μου να κάνουμε κανένα μπάνιο στις όμορφες παραλίες του νησιού μας, να μάθουν τα παιδιά τον τόπο τους, τη θάλασσα, τη ναυτοσύνη κοντά στη φύση, να παίρνει το μυαλό τους φρέσκο εγέρα  και να  μαθαίνει  να λειτουργεί, να ξεφεύγουν και από τις κακές έσμιξες (συναναστροφές)!

Τώρα όποιος  έχει βάρκα τον βγάζουν  «εφοπλιστή»   και ότι «έχει τεκμήριο πολυτελούς επιβίωσης» ! Με το καλαμί λοιπόν και… όχι στη θάλασσα αλλά στη στεριά, στο Κάστρο του Χωριού θα πηγαίνουμε να ψαρεύουμε αναμοπάες!

Οι κουβέντες  της «Παλιόβαρκας» πάλι με προβλημάτισαν.  «καράβια και βάρκες που βγήκαν στη στεριά  και χάθηκαν στα όρη…!»  Ψάρεμα στα κατσάβραχα με το καλαμί   «να πιάνεις πουλιά στον αγέρα!», «έξυπνα πουλιά που πιάνονταν από τη μύτη»  και θύμησες  για  βάρκες, για βαρκάδες, για θαλάσσιες οικογενειακές  εκδρομές;

Ολάκερος κόσμος νησιώτικος, απλή καθημερινότητα που την χαιρόσουν  με ξεκάθαρο μυαλό, χωρίς πολλές σκοτούρες τα καλοκαίρια με θαλασσινή αύρα, θαλασσομεζελίκια και καρπούζι παγωμένο στα δροσερά νερά βοτσαλωτού γιαλού!

Έτσι,  στην πράξη βιώναμε τη ναυτοσύνη μαθαίνοντας από παιδιά, να τραβάμε κουπί, να κλουμπούμε σαν τους κέφους στ’ ακρογιάλια και στα πουντάρια, με τις καρφωτές και τις αλαπνιές! Ποιο Καλυμνάκι σήμερα βιώνει τα παραπάνω; Μπάνιο μες στις «χαβούζες» με χλώρια  και στα κολυμβητήρια!  Όμως, μόνο εκεί στο γιαλό, στην ανοιχτή θάλασσα  μαθαίνεις να κλουμπάς  και να βουτθάς!

Από το Χωριό η «Παλιόβαρκα», από σφουγγαράδικη φαμίλια,  θράφηκε με τις παλιές Καλύμνικες παραδόσεις, βίωσε τον κόσμο της σφουγγαροσύνης με τα ολονύχτια ξεφαντώματα και τα γλεντοκόπια μες στις ταβέρνες. κατέβηκε στην Πόθια, έγινε κι αυτός θαλασσινός· «καραβιέρος». Από την Πόθια εγώ, ανηφόρισα στη Χώρα. Χρόνια τώρα, ζώντας στο Χωριό έμαθα από κοντά τα «παλιά» της Καλύμνου. «Συναπαντηθήκαμε» στα κοινά ενδιαφέροντα, στις  προγονικές καταβολές, για τον τρόπο ζωής και σκέψης των Χωριανών. Καταλαβαινόμαστε.

Αφού το  κουβεντιάσαμε με τη «Παλιόβαρκα», πήραμε την απόφαση  να πάμε να ψαρέψουμε αναμοπάες από το Κάστρο του Χωριού, να πάρει αυτός το καλαμί(δι) του, εγώ « τον συγγραφικόν κάλαμον» – τη γραφίδα μου, όχι «καλαμοκαβαλάρηδες», αλλά  «ζηλωτές» της παράδοσης της γεννησιμιάς πατρίδας.

Εκεί είχαμε πολλά να καταγράψουμε, για να τα θυμηθούν με νοσταλγία οι παλιοί, να τα μάθουν οι νέοι, να  τα μάθουν και οι Καλύμνιοι που γέρασαν και δεν αξιώθηκαν ν’ ανεβούν στο Κάστρο και να συναπαντηθούν με την ιστορία, με  τις ψυχές των προγόνων! Ας το γνωρίσουμε λοιπόν από ιστορικές πηγές, αλλά και από την προφορική παράδοση.

 


Το μεγάλο Κάστρο της Χώρας.  Μέσα του έκλεινε την καστροπολιτεία του νησιού από τα βυζαντινά χρόνια ( 10ος – 11ος αιώνας μ.Χ.) για να προστατέψει τους κατοίκους από τις φοβερές επιδρομές των πειρατών, αλλά και να διατηρήσει  αργότερα την κυριαρχία των Ιωαννίτων ιπποτών  της Ρόδου στην περιοχή, ως τα χρόνια της Τουρκοκρατίας,  που εξέλειπε ο κίνδυνος της πειρατείας και οι πρόγονοι Καλύμνιοι   κατέβηκαν σταδιακά στα ριζιμιά (πρόποδες)  από το 17ο αιώνα μ.Χ., και έκτισαν γύρω του εκκλησιές, της Παναγιάς της Κεχαριτωμένης στα Τσούκχουα, του Τιμίου Προδρόμου στα Θένια, του Άη Χαράλαμπου στην Κοκχαλαριά και τα νέα  σπιτικά τους, χρησιμοποιώντας πολλά οικοδομικά υλικά που ξήλωσαν και  κουβάλησαν από το Κάστρο, αλλά και τον αρχαίο ναό του Απόλλωνα, «Χριστός της Ιερουσαλήμ» , περιοχή Πηγάδια.

Ήταν η   πρώτη ιστορική πρωτεύουσα του νησιού η  Χώρα, που όλο και κατέβαινε,  λαντουριζόταν – ξάπλωνε προς τη Πόθια, την λιμανίσια  σφουγγαροπολιτεία, τη νέα  πρωτεύουσα που χτίστηκε απ’ «το σφουγγάρι.»

Για τους Χωριανούς, ως τα τελευταία χρόνια, το Κάστρο ήταν ο τόπος της πολιτισμικής τους κληρονομιάς, αλλά και πλήθος άλλων δραστηριοτήτων που  βίωναν καθημερινά, μικροί – «κοπέλια» και μεγάλοι – «παλιοί», που ευτυχώς «δεν ήθελαν ακόμα  να μεγαλώσουν…» και που άκουγαν απ’ τις παλιάες (γιαγιάδες) τους ιστορίες και θρύλους, για το Κάστρο, για κουρσάρους, με κυριότερη αυτή  των εφτά παρθένων που δεν πρόκαμαν να κλειστούν στο κάστρο και οι πειρατές τις κυνήγησαν Αυτές για να γλυτώσουν τρύπωσαν σε  σπήλαιο και χάθηκαν. Το σπήλαιο από τότες το ονόμασαν  των Εφτά Παρθένων.

Πρώτα απ’ όλους, ανέβαιναν στο Κάστρο οι θεοσεβούμενες Χωριανές, όσες άντεχαν τα γόνατά τους στο δύσκολο ανέβασμα. Δεν  ’πόλειπε,  Σάββατο  ή Μεγάλο Εσπερινό και λουτουρζά,(λειτουργία) που να μην το επισκεφτούν, πιστές στην ορθόδοξη Χριστιανική παράδοση,   για να θυμιάσουν εικόνες και πέλαγος, να πάει η ευλογία των αγίων στους θαλασσινούς (αρμενιστάδες και σφουγγαράδες),  ν’ ανάψουν  τα καντήλια όλων των ξωκλησιών, μετρημένα δέκα (Άγ. Γεώργιος, Παναγιά – Κοίμηση Θεοτόκου, Αγ, Νικόλαος, Αη – Γιάννης, Αγ. Άννα, Ανάληψη, Αγ. Νικήτας,  Σταυρός,  Αγ. Παρασκευή, και του Χριστού – Μεταμορφώσεως),  να τ’ ασπρίσουν, χρίζοντας  από αδεξιότητα μ’ ασβέστη πηκτό ή σκεπάζοντας ακόμα και τις βυζαντινές τοιχογραφίες τους,  να τα τζιαρμίσουν (περιποιηθούν), γιατί  τά ’πνιγε η κλεισούρα κι οι καλλικατζαργιές,  οι κουρκούτζαλοι και τ’ασεντροπούλια μοστράριζαν στα τέμπλα και μαγάριζαν τους άγιους χώρους. ή συλλειτουργούσαν στην άγια τράπεζα.

Ήταν και οι κοπελούες που ανέβαιναν απ’ τα μουτθαλιασμένα ή το απομεσήμερο, να κουβαλήσουν με τις λαΐνες τους, κάμποσες στράτες το νερό απ’ τις δύο  μεγάλες στέρνες του Κάστρου. Στο Χωριό σπάνιζε το νερό, λιγοστές οι στέρνες στα σπίτια του και το κουβάλημα του νερού γινόταν απ’ τα Πηγάδια, στο Χριστό της Ιερουσαλήμ, από το Πηάι (πηγάδι) της Μέσα Λαγκάς, και τα δυο πηάτζια της Αγ. Τριάδας, στο ύψωμα πάνω απ’ τη Λαγκά του Προδρόμου.

Ήταν και το θρυλικό Πορτέλι,  η  πίσω πόρτα του Κάστρου, κατά Γραίγο –  Τραμουντάνα ( Β.Α.) πλευρά. Από   ένα στενό πέρασμά του, στον πιο απόκρημνο καστρότοιχο, πού ’ταν και η πόρτα διαφυγής σε περίπτωση  κινδύνου κατάληψης του Κάστρου, περνούσαν, κατά κανόνα, οι περδικοκυνηγοί – κι είχε μπόλικους  ’πο δαύτους  το Χωριό ή για να γυμνάσουν τους σκύλους τους τον καιρό που ξεπουπούλιαζαν τα περδικόπουλα ή για να κυνηγήσουν λαθραία πέρδικες που κοπάδιαζαν στα καστροχαλάσματα ή με τις νυφίτσες να ξετρυπώσουν απ’ τα λαγούμια  τους αγριοκούνελα.

Βέβαια απ’ το Πορτέλι έκαναν τις βρωμοδουλιές τους, στα κλεφτά και πάντα εξ ώρας, μες στο μαύρο ζιντάνι  όταν καταλάγιαζαν τα  πααρικά (ποδαρικά), οι  λαθροεπισκέπτες,  που μ’ ένα ξινάρι έσκαβαν, ξεπάτωναν με νύχια και με δόντια τα καστροχαλάσματα για νά ’βρουν  το « μάλι»,  τους θαμμένους  κουρσάρικους θησαυρούς ή τζοβαΐρια  και μαλαματικά των παλιών κατοίκων.

Δεν έλειπαν κι οι «ευσεβείς» αθεόφοβοι εικονολάτρες – εικονοαρπάκτες, που ξήλωναν απ’ τα σαρακοφαγωμένα  τέμπλα των εγκαταλειμμένων ξωκλησιών, ξύλινες καπνολιβανισμένες εικόνες, κειμήλια προγονικά που διασώθηκαν από την μανία των εικονομάχων. Τις κουβαλούσαν στα σπιτικά τους, για να μην προκάμουν, έλεγαν, άλλοι και πέσουν σε άλλων αντίχριστων τα χέρια…!  Ποιος ξέρει τώρα σε ποια σπίτια βρίσκονται και σε ποια  ξένη χώρα  μοσχοπουλημένες ή «αντί πινακίου φακής»;

Στο Κάστρο ανέβαιναν κι οι στεριανοί ψαράδες με τα καλαμιά τους, για να ψαρέψουν στ’ αβυσογκρεμά αναποπάες, εκείνα τα  σκουροκαφετιά αγριοπούλια με τα γαμψά νυχοπόδαρα, και τις μεγάλες φτερού(γ)ες,  που σπάθιζαν τον αγέρα κυνηγώντας να χάψουν το μπαμπακένιο ασπροδόλωμα που τους έβαζαν στ’ αγκίστρι.
Στην περιήγησή μας στο Κάστρο,  είδα την «Παλιόβαρκα» συγκινημένο να δακρύζει. Είχε τόσες και τόσες αναμνήσεις! Ας τον  αφήσουμε λοιπόν να μας αφηγηθεί για το ψάρεμα των αναμοπάων.


– « Οι αναμοπάες  είναι μικροαγριοπούλια, με γερακοειδή μορφή. Μοιάζουν  με τα χελιδόνια  είναι όμως πιο μεγαλόσωμα  και ολόπαχα. Έχουν μεγάλες δρεπανωτές φτερού(γ)ες,  πάντα ανοιχτές και πεσμένες γι αυτό και παρανομοιάζουμε «αναμοπά» όποιον έχει αγριωπό ύφος και τις κουτάλες – τις χερούκλες του όλο ανοιχτές και  γυρτές προς τα κάτω. Φρ. – «Ο Γιώρζης, σαν τον αναμοπά πη(γ)αίνει».  Η ουρά τους είναι ψαλιδωτή πλατιά και κοντή. Το χρώμα τους  μαυροκαφετί,  με ανοιχτό καπφαρό το φτέρωμα στις (α)μασχάλες των φτερών και στην κοιλιά. Ερχόταν μαζί με τα χελιδόνια κατά κοπάδια από την Αφρική, Ήταν «άγριοι», δεν πλησίαζαν καθόλου στα σπίτια. Έχτιζαν τις φωλιές τους στα αβυσογκρεμά και στις χαράδρες των απότομων βράχων, γι αυτό τα λένε και πετροχελίδονα.   

Τέτοια κοπάδια σταματούσαν και φώλιαζαν στις χαλασουριές και στα χάρβαλα των άγριων βράχων και στο νησί των Κρεβατιών της Ψερίμου. Τα έβλεπαν οι ψαράδες να πηγαινοέρχονται  από τις απέναντι παραλίες, και τα μπουστάνια της Κω. Πήγαιναν στα απέραντα καρπερά χωράφια της,  να βρουν έντομα να ταΐσουν τα μικρά τους, Αυτά σαν μεγάλωναν, πολλοί τα μάζευαν από τις φωλιές τους  και τα έτρωγαν.

Εμείς οι Χωριανοί  βλέπαμε τους αναμοπάες ψηλά στο Κάστρο, αλλά και στο ύψωμα Φρούι, στα γκρεμαράκια του, πάνω από την Παναγιά,  να πετούν χωρίς σταματημό, να  σπαθίζουν  τον αγέρα στ’  Αυγουστιάτικα μελτέμια,  να πηγαίνουν πέρα δώθε  με τον δυνατό άνεμο ( άνεμος + πάω (πηγαίνω) – ανεμοπάς – αναμοπάς)  μ’ ολάνοιχτα φτερά  όλη μέρα και με ανοιχτό το στόμα χάβοντας έντομα, που ήταν η τροφή τους.

Στο Χωριό όλοι, μικροί μεγάλοι, είχαμε μεγάλη μανία με το κυνήγι. Γνωρίζαμε, απ’ έξω και ανακατωτά  όλα τα είδη των πουλιών, αυτά που μένουν στο νησί και αυτά που έρχονται με τις εποχές, αλλά και όλα τα ζωντανά της Φύσης. Δε χρειαζόταν να διαβάσουμε Φυσική Ιστορία.

Εμείς  την ξέραμε απ’ έξω και ανακατωτά! Επιδίωξή μας ήταν να έχουμε μια σαΐτθα – σφεντόνα με σαϊτόξυλο «Κουτελαΐστκο» ποτηράτο, καλές πάντες – «λάστιχα», να θρέψουμε κι ένα κυνηγόσκυλο, καλό στις «φέρμες» και …  σαν μεγαλώναμε ένα καλό κυνηγετικό όπλο. Τώρα πώς βγήκε και «κυνηγούσαμε» να πιάσουμε αναμοπάες με καλαμί από τα ψηλώματα δεν το γνωρίζω. Αυτά τα βρήκαμε από τους παλιούς και αυτοί πάλι από τους παλιότερους. Μπορεί να το έκαναν και οι παλιοί κάτοικοι του Κάστρου, που ήθελαν να φάνε το  κρέας τους! Αυτό όμως το κυνήγι – ψάρεμα είχε την ξεχωριστή ομορφιά του.  «Πιάναμε πουλιά στον αγέρα … !».

Μ’ ένα καλαμί μακρύ, που το κόβαμε από τις καλαμιές του Καντουνιού, με πολλή  λεπτή μισίνα και αγκιστράκι της «μύγας» ανεβαίναμε στα πιο απόκρημνα μέρη του Κάστρου, πάντα λογαριάζοντας το φύσημα και τη φορά – διεύθυνση  τ’ αγέρα. Έπρεπε το δόλωμα που βάζαμε, από μικρό ξασμένο μπαμπάκι ή λεπτό άσπρο φτερό από την κοιλιά των αναμοπάων, να το ξεσηκώνει και να το  ανεμίζει ο αγέρας.

Οι αναμοπάες, που στριφογύριζαν ψηλά, παραπλανημένοι από το μπαμπακένιο ασπροδόλωμα ορμούσαν  το έχαβαν και πιάνονταν. Τραβούσαν το καλαμί με δύναμη, στρίγγλιζαν ανατριχιαστικά και σκοτσάριζαν με δύναμη. Σαν τους φέρναμε κοντά έπρεπε να τους χουφτώσουμε με προσοχή, γιατί διαφορετικά θα μας  γρατζουνούσαν με τα κοφτερά τους νυχοπόδαρα και θα μας καταμάτωναν τα χέρια.

Ερχόταν φορές που πιάναμε πολλούς αναμοπάες. Τους καθαρίζαμε και τους τρώγαμε τηγανιτούς με αυγά, κοτσινιστούς με ρύζι ή ψητούς στη φωτζιά. Θα πρέπει να πούμε ότι το κρέας τους ήταν μαυριδερό και σκληρό· δεν το έτρωγαν όλοι! Εμένα με  ένοιαζε μόνο και το χαιρόμουν, το ανέβασμα στο Κάστρο και  το ψάρεμά τους!

Πήραμε το δρόμο της επιστροφής κουβαλώντας μνήμες,  και με τη ψυχή μας να βολοδέρνει στα παλιά,  στο σήμερα, μα και στο μέλλον που  δεν θά  ’χει τίποτε από το χθες. «Μας μένει όμως ακόμα   ένα πείσμα, (να διασώσουμε την παράδοσή μας), που δεν είναι συνήθεια μοναχά….».

Καθώς κατεβαίναμε, μες στο πορφυρό σούρουπο, είδαμε  ποσό (πλήθος) κουρούνες να ξεσηκώνονται από το Κάστρο και να τραβούν, πετώντας κοπαδιαστά, κατά τον Φάραγγα. (μεγάλο φαράγγι κάτω από το Άργος).

Οι παλιοί μας έλεγαν, πως την ώρα εκείνη « οι κουρούνες σχολούσαν από το σχολείο του Κάστρου». Και πάλι η θύμηση έγινε παιδική μελωδία στο παρακάτω παιδικό τραγουδάκι.

– «κρα κουρούνα πετσοκόλα, πες τ’ αντρού σου του Νικόλα, να  σου φτιάξει παπουτσάκια, να πατείς στα σκλουνάκια, να μαθαίνεις γραμματάκια».

Ψηλά στο ερημωμένο, εγκαταλειμμένο και «λεηλατημένο» από το τους ντόπιους Κάστρο, τα ξωκλήσια θάβονται στον ασβέστη, τα ιπποτικά οικόσημα ξεθωριάζουν στον αιγαιοπελαγίτη ήλιο, οι λιγοστοί αναμοπάες από τις  καστροπολεμίστρες  σπαθίζουν  ακόμα τον αγέρα, κι οι βιγλάτορες, «δροσουλίτες» (πολεμιστές του Καστελόφραγκου στο πρωινό αγιάζι του πουνέντη) από τις  φρυκτωρίες (σκοπιές) με φωτιές στέλνουν  μηνύματα στο άλλο κάστρο, το Κάστρο της Χρυσοχεριάς, πάνω από τους ανεμόμυλους, πως στο φρύδι του πελάγους φάνηκαν πάλι κουρσάροι και  ότι «η αχλάδα – το πειρατικό τους,  έχει πίσω την ουρά – σέρνει πίσω της  έτοιμη τη βάρκα για αποβίβαση…με λεηλασίες και σφαγές !» Ποιοι   όμως  τα λαβαίνουν; Πώς θα προστατευτούμε από τα «Κάστρα» που τ’  αφήσαμε να γκρεμιστούν  και να ερημώσουν,  με τις καστρόπορτές τους  τρουλάνοιχτες (ολάνοιχτες);

γ) Το Λαογραφικό και Πολιτισμικό υλικό καταγράφηκε από  συνεντεύξεις με παλιούς, γνήσιους Χωριανούς και πιστέψτε το  «  οι εωρακότες  μεμαρτύρηκαν  και  αληθής εστίν η μαρτυρία αυτών»