Λεξιστορείν: Το ψηλάφισμα!

Το ουσιαστικό ψηλάφισμα παράγεται από το ρήμα ψηλαφώ με τις σημασίες «χαϊδεύω, προσπαθώ να βρω κάτι ψάχνοντας με τα δάχτυλα».

Χρησιμοποιείται συχνά στην ιατρική ορολογία (π.χ. Ο γιατρός ψηλάφισε σκεπτικός τον πρησμένο λαιμό του αρρώστου).

Το ρήμα φαίνεται πως προήλθε από συγχώνευση των λέξεων ψάλλω (με αρχική σημασία κεντώ, σφίγγω) και του  ρήματος  αφάω = αγγίζω.