Προς μια νέα σχέση ιατρού–ασθενή

Toυ Πλατή Αναστάσιου
Ψυχίατρος

Εάν εισαγάγετε τη φράση «check up» στη Google, θα βρεθείτε μπροστά σε χιλιάδες αποτελέσματα:  Ένας τεράστιος όγκος προσφορών που ανοίγουν τον δρόμο για ιατρικές εξετάσεις, οι οποίες μερικές φορές φαντάζουν εξωφρενικές ή ακόμα και επικίνδυνες. Πρόκειται για την όψη του καταναλωτισμού στον κλάδο της υγείας, στον αντίποδα της οποίας βρίσκεται η προσέγγιση που πρεσβεύει το «Choosing Wisely».

Choosing Wisely
Είναι ένα διεθνές κίνημα σκέψης που ευαισθητοποιεί τους επαγγελματίες του κλάδου υγείας σχετικά με  την υπερβολική συνταγογράφηση παροχών περίθαλψης, φαρμάκων και ιατρικών εξετάσεων. Στο ίδιο πλαίσιο χρησιμοποιούνται οι όροι Smart Medicine (έξυπνη ιατρική) και Slow Medicine (ιατρική αργών ταχυτήτων).

Αυτό το κίνημα, είναι ένας τρόπος επιλογής που απευθύνεται στους ιατρούς και ασθενείς. Υποστηρίζει ότι το να κάνεις περισσότερα δεν σημαίνει απαραίτητα ότι κάνεις το καλύτερο. Ωστόσο, ούτε το να κάνεις λιγότερα σημαίνει αυτόματα ότι κάνεις το καλύτερο. «Οπωσδήποτε, δεν πρεσβεύει μια αντίληψη της ιατρικής αναθεωρούμενης προς τα κάτω. Δεν θέλουμε όμως ούτε να ποσοστικοποιήσουμε ούτε να περιορίσουμε τους πόρους της ιατρικής».

Εάν οι αρνητικές παρενέργειες μιας θεραπείας, όσο έγκυρη και αν είναι, υπερκεράζουν τα οφέλη, είναι καλύτερο να απέχουμε από αυτή. Ας εξετάσουμε ένα από το παράδειγμα: οι προληπτικές εξετάσεις για τον καρκίνο του προστάτη σε ένα ηλικιωμένο άτομο μπορούν να επιτρέψουν την προκαταβολική διάγνωση κατά μία δεκαετία. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, ο ασθενής θα μπορούσε, ωστόσο, να υποστεί τις παρενέργειες της χειρουργικής επέμβασης ή της ακτινοθεραπείας, όπως η ακράτεια και η ανικανότητα. 

Τέλος, η πρόγνωση δεν είναι καλύτερη σε σχέση με τη φυσιολογική πορεία της ασθένειας και ο ασθενής ενδέχεται να μην αποκομίσει κανένα όφελος. «Οπωσδήποτε, όλοι οι ασθενείς δεν είναι το ίδιο, αλλά σε περίπτωση ασυμπτωματικών ή ηλικιωμένων ασθενών, είναι ένα ζήτημα που θα πρέπει κανείς να σκεφθεί σοβαρά.»

Μια κοινή απόφαση ιατρού και ασθενή
Δεν είναι ένα ζήτημα που θα πρέπει να σκεφθεί μόνο ο ιατρός, αλλά ένα ζήτημα στο οποίο πρέπει να συμμετέχει και ο ασθενής. Θα πρέπει να γίνει ένας διάλογος ανοικτός και δυναμικός, μακριά από τις πατερναλιστικές δομές στις οποίες υπόκειται μερικές φορές, ακόμα και σήμερα, η σχέση ιατρού – ασθενή.

Μια νέα συμμαχία είναι απαραίτητη μεταξύ ασθενή και ιατρού. «Ο ασθενής πρέπει να μπορεί να βλέπει τον γιατρό ως ένα άτομο εμπιστοσύνης που τον συνοδεύει στη διαδρομή έως τη θεραπεία που είναι η καταλληλότερη για εκείνον.» Ο ασθενής πρέπει να ακολουθεί μια προληπτική προσέγγιση, πρέπει να παρέχει όλες τις πληροφορίες που είναι χρήσιμες για τη διάγνωση, να συζητά τις θεραπείες, να ρωτά για τη χρησιμότητά τους, να γνωρίζει τους κινδύνους και τις πιθανές συνέπειες.

«Ο γιατρός δεν πρέπει να αισθάνεται αυτήν τη συμπεριφορά ως εισβολή στο πεδίο των αρμοδιοτήτων του. Ο ασθενής πρέπει, αντιθέτως, να μπορεί να μοιραστεί ένα μέρος των ευθυνών για την απόφαση σχετικά με τη θεραπεία.» Ιατρός και ασθενής πρέπει να μπορούν να συνεργαστούν ώστε – μαζί – «να προσαρμόσουν την προσέγγιση».

«Βρισκόμαστε σε μια διαδικασία εκμάθησης, κατά την οποία κάθε επαφή με τον ασθενή είναι μια ευκαιρία για τον γιατρό ώστε να αυξήσει τον βαθμό αντίληψης του ασθενή σχετικά με την κατάσταση της υγείας του.»

Αυτή η διαδικασία εκμάθησης περνά από τον ρόλο του οδηγού που συμπάσχει, τον οποίο σήμερα πρέπει να αναλάβει ο ιατρός σε σχέση με τον ασθενή, έτσι ώστε να καταστεί δυνατό να ξεμπλέξουν το κουβάρι της πληθώρας πληροφοριών σχετικά με την υγεία που υπάρχουν στο διαδίκτυο. «Σε αυτό το ναρκοπέδιο, και ο ίδιος ο γιατρός πρέπει να καταβάλλει προσπάθεια για να είναι ενημερωμένος. Ο γιατρός πρέπει να γνωρίζει σοβαρούς ιστότοπους και εφαρμογές για τους οποίους μπορεί να συμβουλέψει και να συζητήσει με τον ασθενή του.»