Αποχαιρετιστήριο στη Χαριστούλα Διακοσάββα

Έφυγες... Έσβησες ήσυχα μέσα στη νύχτα… Όχι, δεν παραπονέθηκες για τίποτα!

Μόνο.. μόνο που ανασηκώθηκες ξυπνώντας απότομα από το λήθαργό σου, από τη μέθη των φαρμάκων και μας κοίταξες…

Ναι, μας κοίταξες  καθαρά και έντονα ! Κοίταξες όλο το δωμάτιο και σήκωσες το χέρι σαν να χαιρετούσες… μα την αλήθεια ΧΑΙΡΕΤΟΥΣΕΣ. Τι άλλο νά ΄βλεπες άραγε; σαν να χαμογελούσες ! Και μετά τέλος.

Έζησες μια δύσκολη ζωή είναι αλήθεια. Στερήθηκες την παρουσία του Πατέρα ποθ ταν στην Αμερική(ΗΠΑ), πότε εγκλωβισμένος απ’ την κρίση πότε απ’ τον πόλεμο. Δεν τον είδες καν. Πώς μας ξάφνιασες μια φορά με την ιστορία του πρώτου γράμματος που λάβατε από εκείνον; Χοροπηδούσες λέει, μικρή παιδίσκη, στην αυλή φωνάζοντας «έχουμε και ʾμεις πατέρα, έχουμε και ʾμεις πατέρα»… 

Μα κι εκείνη η ορμήνια της μάνας σου που μας διηγιόσουν συχνά; Έπρεπε, λέει, να φεύγεις όταν ακούς τον πατέρα των γειτόνων και παιδικών σου φίλων να τους καλεί για φαγητό … έπρεπε για να μη ζηλέψεις αυτά που είχαν ! Κι εσύ άκουγες.

Μια ζωή υπακοή. Μια ζωή αγώνας και πόνος. Ο πολυαγαπημένος σου αδελφός και μετέπειτα δικός μας Νουνός (νονός), ο Σάββας, έπρεπε να πάει στα γράμματα όπως μας έλεγες. Πήγε. Πρώτα στο σχολείο μετά στο κρυφό σχολειό, ύστερα ξανά στο σχολείο κι έπειτα στο Πανεπιστήμιο. Κι εσύ εδώ, κοντά στο Ττουλλί (Ανθούλα), τη μάνα σας, που πάλευε μ’ ένα πληγωμένο σώμα για τα πάντα.

Μας σάστιζε κι η άλλη διήγησή σου πως εννιά χρονώ τά ʾβαλες μόνη μʾ ολόκληρο χωράφι. Θέλησες να το θερίσεις όλο με τη μια  κι έπεσες λιπόθυμη τ΄απόγεμα. Βάσανα κι αγώνας… Τι να θυμηθούμε πρώτο; Πάντως νικήσατε κι οι τρεις. Ο Σάββας σπούδασε, εσύ παντρεύτηκες, έκανες παιδιά, κι η μάνα έζησε ώστα  να δει και να ζήσει καλά τα δισέγγονά της και δικά σου εγγόνια.

Οι καιροί δεν ήτανε ποτέ εύκολοι. Πάλευες ολομόναχη για τα χωράφια και τα κατάφερνες υπέροχα. Μητέρα, σύζυγος, αγρότισσα. Είχες ίσως την καλύτερη φήμη για τη δουλειά σου. Σε περίμενε κι άλλος Γολγοθάς. Οικονομικά αδιέξοδα, άδικη αμφισβήτηση, ανοίκειος απαξία.

Έχασες πρώτα τον πατέρα σου που ποτέ δε γνώρισες, τη μάνα και, το αναπάντεχο, τον Σάββα, το πολυαγαπημένο και πολύτιμο δερφάκι σου όπως τον έλεγες. Αυτό το τελευταίο σε κατέβαλε αρκετά. Η μικρή φωτογραφία του προσώπου του με το πηλίκιο του αξιωματικού απ’ όταν υπηρετούσε ως δόκιμος έφεδρος αξιωματικός, είναι ακόμα στο πορτοφόλι σου. Όμως πορεύτηκες με δύναμη, πίστη κι αγάπη. Πορεύτηκες με τις αξίες που έλαβες από νωρίς.

Στους ατέρμονους και πυκνούς εκκλησιασμούς σου γνώριζες απ’ έξω κι απάγγελλες ψιθυριστά όλους τους ψαλμούς, πολλούς ύμνους κι ολόκληρα αποσπάσματα από τα Αποστολικά και τα Ευαγγελικά Αναγνώσματα. Απ’ τις ακολουθίες της Μ. Εβδομάδας δεν  έχανες λεπτό. Είχες μαζί σου, πάντα, εκείνη την κόκκινη σύναψη, που σού ʾχε δωρίσει ως έπαθλο ο μακαριστός Μητροπολίτης Απόστολος (Τρύφωνος) όταν,  μικρή ακόμα, διέπρεψες ως μυροφόρα. Ήσουν πάντα αγέρωχη.

Είχες μαζί και φύλαγες την πιο παλιά στολή της μηλιάς,  που με περηφάνεια έλεγες πως την κέντησε  η μάμμη σου ο Χαρίστουλος. Πάντα μιλούσες για τους προγόνους μας με σεβασμό κι αγάπη.   

Δεν έπαυες όμως να εργάζεσαι. «Ένεμπορώ να κάθουμαι» μας έλεγες, «δώστε μου δουλλειά». Όταν καθόσουν έπλεκες ή διάβαζες θρησκευτικά βιβλία.

Εντυπωσίαζες με τα όσα ήξερες ιδιαίτερα για την Παναγία. Όσο κι αν  πέρναγε ο καιρός κι όσο κι αν αδικήθηκες απ’ τη ζωή και τους ανθρώπους, τόσο πιο πολύ έμεινες προσηλωμένη στις αξίες σου.  Πάντα έτοιμη να  συγχωρέσεις. Έτοιμη ν’ αγκαλιάσεις, να δουλέψεις και να προσφέρεις. Με καρτερία άντεξες κάθε πόνο ως το τέλος.
 
Εκεί ψηλά, στα χέρια του Δημιουργού, εν μέσω των προγόνων μας, θένα ανταμώνεις τώρα με τους δικούς σου αγαπημένους, τον Σάββα, τη Μητέρα, τον Πατέρα, με φίλες και με φίλους  που φυγαν κι αυτοί.
Καλό ταξίδι Μάνα και Μάμμη.

Θα σε θυμόμαστε και θα σ΄αγαπάμε πάντα
Κύριος ὁ Θεὸς τάξῃ τὴν ψυχήν σου ἔνθα οἱ Δίκαιοι ἀναπαύονται.
Καλή Αντάμωση
Καλή Ανάσταση

Η Κόρη σου Ανθούλα,
Ο Γαμπρός σου Αντώνιος
Οι εγγονοί σου Φώτιος-Νικόλαος και Μιχαήλ Κωνσταντίνος

Ευχαριστούμε από καρδιάς τον υπέροχο άνθρωπο και εξαιρετικό ιατρό της Β΄Παθολογικής Ρόδου, κ. Γεώργιο Ψελλάκη για τον απαράμιλλο ιατρικό ζήλο και τη βαθύτατα ανθρώπινη στήριξή του έως το τέλος. Πρόκειται για άριστο άνθρωπο και επιστήμονα.

Η όντως πολύτιμη προσφορά του στην κοινωνία ας είναι μακρά  και λαμπρή όπως η ψυχή του. Του ευχόμαστε να είναι πάντα καλά.