Το «μεγάλο στοίχημα» του ελληνικού τουρισμού

Του Γιώργου Μανέττα από το Έθνος

 

Αποτελεί, εδώ και χρόνια, κινητήριο δύναμη της ελληνικής οικονομίας. Άντεξε στους κλυδωνισμούς αλλά και στην έντονη αβεβαιότητα που βίωσε η χώρα την περίοδο των μνημονίων. Ωστόσο, οι περισσότεροι αναγνώρισαν την αξία του μόλις τα τελευταία χρόνια.

Μετά το ξέσπασμα της κρίσης, όταν τα πράγματα δυσκόλεψαν και η εγχώρια κατανάλωση έπιασε «πάτο», ο τουρισμός μπήκε δυναμικά στη δημόσια συζήτηση ως ο πλέον ανερχόμενος κλάδος, ο οποίος υπό προϋποθέσεις θα μπορούσε να λειτουργήσει ως η «ατμομηχανή» για να επιστρέψει η χώρα σε τροχιά βιώσιμης ανάπτυξης και να δημιουργηθούν καλά αμειβόμενες θέσεις εργασίας.

Σύμφωνα με αναλυτές, ο ελληνικός τουρισμός έχει πράγματι όλες τις δυνατότητες να πρωταγωνιστήσει και να φθάσει σε νέες κορυφές, σπάζοντας κάθε προηγούμενο ρεκόρ. Ειδικοί, μάλιστα, λένε πως απέχει ακόμη πολύ από το να πιάσει ταβάνι.

Ο κορεσμός αργεί, κάτι αρκετά ελπιδοφόρο για τις χιλιάδες ελληνικές επιχειρήσεις και τους επαγγελματίες που ζουν και εξαρτώνται άμεσα από την πορεία του τουρισμού.

Ήδη, η Ελλάδα βρίσκεται στην 9η θέση της παγκόσμιας κατάταξης με τους προορισμούς που προτιμούν οι ταξιδιώτες για διακοπές πάνω από δέκα μέρες, ενώ και η φετινή χρονιά αναμένεται να κλείσει με ακόμη ένα ιστορικό ρεκόρ όσον αφορά τον αριθμό προσέλευσης ξένων επισκεπτών αλλά και των εσόδων.

Εκτιμάται από πολλούς ειδικούς όπως το Παγκόσμιο Συμβούλιο Τουρισμού και Μεταφορών (World Travel & Tourism Council) ότι τη φετινή χρονιά θα απολαύσουν τις ελληνικές θάλασσες πάνω από 32 εκατομμύρια επισκέπτες, ενώ τα έσοδα θα ξεπεράσουν τα 15 δισ. ευρώ.

Την ίδια ώρα, ταξιδιωτικοί κολοσσοί, όπως η Thomas Cook, αλλά και ξένοι επενδυτές, σπεύδουν να προαναγγείλουν σημαντικές επενδύσεις για την ανέγερση νέων ξενοδοχειακών μονάδων τόσο στην Αθήνα-η οποία γνωρίζει πρωτοφανή άνθηση-όσο και σε άλλα δημοφιλή θέρετρα της νησιωτικής Ελλάδας.

Το «μεγάλο στοίχημα», όμως, όπως μονότονα επαναλαμβάνουν όσοι ασχολούνται με τον τουρισμό, είναι να αναβαθμιστεί η ποιότητα του εισερχόμενου τουρισμού, ώστε να μεγαλώσει η συμμετοχή του στο ΑΕΠ και στην απασχόληση. Με άλλα λόγια, να έρθουν πιο «γερά πορτοφόλια», τα οποία θα αφήσουν και περισσότερα χρήματα στην τοπική οικονομία.

Τουρίστες που έχουν τη δύναμη να ξοδέψουν και να μην αρκούνται στα πακέτα του all inclusive, τα οποία τους προσφέρουν σχεδόν τα πάντα.

Αυτό, βεβαίως, απαιτεί και γενναία αναβάθμιση και ενίσχυση των υφιστάμενων υποδομών, στη στέγαση, αλλά και στις μεταφορές και τη χρονική επιμήκυνση της σεζόν, μέσα από την ενίσχυση των εναλλακτικών μορφών τουρισμού (π.χ. θρησκευτικός, θεραπευτικός-ιαματικός, αγροτουρισμός κ.ά.).

Οι δυνατότητες, όπως όλοι ομολογούν, υπάρχουν και κάποια βήματα προς αυτή την κατεύθυνση γίνονται, το θέμα είναι εάν είμαστε διατεθειμένη να τις αξιοποιήσουμε οργανωμένα προς όφελος όλων μας. Να γίνει στο πλαίσιο ενός εθνικού σχεδίου που θα υπηρετηθεί από όλες τις κυβερνήσεις, με σχεδόν θρησκευκτική ευλάβεια, Αρκεί, βεβαίως, να υπάρξει βούληση και συνεννόηση...