Το εμπόριο έχει ελάχιστα οφέλη από τον τουρισμό

Ο τουρισμός αποτελεί μια από τις «ατμομηχανές» της ελληνικής οικονομίας, ενώ ως η κατεξοχήν οικονομία της τελικής κατανάλωσης, εμφανίζει σημαντικές οικονομίες κλίμακας για το σύνολο της οικονομικής δραστηριότητας. Αυτό αναφέρει μια πρώτη προσέγγιση που κάνει στο όλο θέμα των επιπτώσεων της τουριστικής ανόδου της χώρας στο εμπόριο, το ΙΝΕΜΥ της ΕΣΕΕ. 

Όπως όμως επισημαίνει ο πρόεδρος της ΣΕΕ Β. Κορκίδης γενικά, η λεγόμενη «εισαγόμενη κατανάλωση» δεν θεωρείται ικανοποιητική, αφού οι περισσότεροι τουρίστες που επισκέπτονται τη Χώρα μας είναι μέσου και χαμηλού εισοδήματος, ενώ η πλειοψηφία των επισκεπτών φαίνεται να επιλέγει την Ελλάδα ως «φθηνό» τουριστικό προορισμό. 

Εντούτοις η ανάπτυξη της οικονομίας του διαμοιρασμού στηρίζει την ανάπτυξη τζίρου στα σούπερ μάρκετ και στα καύσιμα. 

Αναμφίβολα ο τουρισμός διαδραματίζει εξαιρετικά σημαντικό ρόλο στην ελληνική οικονομία, καθώς αποτέλεσε έναν από τους πλέον καθοριστικούς παράγοντες για τη  διαφυγή από τον φαύλο κύκλο της ύφεσης, αναφέρει το ΙΝΕΜΥ και συμπληρώνει: 

Ειδικότερα για το 2017 και για το πρώτο τρίμηνο του 2018 τα δείγματα γραφής είναι δηλωτικά, καθώς καταγράφεται ένα “τουριστικό boom” σχεδόν σε όλους τους δείκτες (τουριστικό ισοζύγιο, τουριστικές εισπράξεις, αφίξεις, διανυκτερεύσεις, δαπάνη ανά επισκέπτη κ.α.).

Παράλληλα, ο τουρισμός, ως η οικονομία της τελικής ζήτησης, δημιουργεί ροές και για άλλους κλάδους της οικονομίας ενισχύοντας τις διακλαδικές συναλλαγές. Το λιανικό εμπόριο αποτελεί έναν κατεξοχήν κλάδο που παραδοσιακά μετέχει στις ροές αυτές. Όμως, από ό,τι φαίνεται το ελληνικό εμπόριο δεν διαφαίνεται να καρπώνεται μέρος των αυξημένων εισπράξεων από την τουριστική δραστηριότητα για αρκετούς λόγους: 

• Τόσο η μέση δαπάνη ανά επισκέπτη, όσο και η μέση δαπάνη ανά διανυκτέρευση παρουσιάζουν περιορισμένες αυξήσεις. Η τουριστική δαπάνη ανά επισκέπτη αυξήθηκε κατά 3,1%μεταξύ 2016-2017 ενώ η μέση δαπάνη ανά διανυκτέρευση αυξήθηκε μόλις κατά 0,29%. Το στοιχείο αυτό δείχνει πως η εντυπωσιακή μεγέθυνση των εισπράξεων οφείλεται κυρίως στην αύξηση των διανυκτερεύσεων (10,39%).

Το προφίλ του τουρίστα δεν φαίνεται να μεταλλάσσεται και αυτό έχει σημαντικές επιπτώσεις στο λιανικό εμπόριο, το οποίο και απευθύνεται σε καταναλωτές με περισσότερο ελαστική ζήτηση. Διαφαίνεται πως η κατίσχυση του τουριστικού υποδείγματος του all-inclusive έχει προκαλέσει σημαντικές επιπτώσεις στην τουριστική ζήτηση, με αποτέλεσμα το τοπικό εμπόριο να μην επωφελείται ουσιαστικά. 

• Η τουριστική ζήτηση μοιάζει να έχει καταστεί περισσότερο ανελαστική για πολλούς και διάφορους λόγους (στασιμότητα μισθών, προτιμήσεις κ.α.). Αυτό έχει ως αποτέλεσμα ο τουρίστας να μοιάζει να έχει προβεί, πριν την επίσκεψή του, σε έναν a priori προσδιορισμό της συνολικής του δαπάνης. Αυτή, η περισσότερο συντηρητική, συμπεριφορά αποτελεί μια από τις αιτίες για την εντυπωσιακή διάσταση μεταξύ του Δείκτη Κύκλου Εργασιών στον Τουρισμό και το Λιανικό Εμπόριο από το 2013 και μετά. 

• Αναμφίβολα, αν ληφθεί υπόψη η μείωση της εσωτερικής ζήτησης, ένα μέρος των της αύξησης στο λιανικό εμπόριο προκύπτει από την αυξημένη (λόγω αριθμού επισκεπτών) τουριστική ζήτηση. Η αύξηση του κύκλου εργασιών στα τρόφιμα και στα καύσιμα μοιάζει να τροφοδοτείται από την αύξηση των τουριστικών ροών. 

• To INEMY-ΕΣΕΕ επισημαίνοντας τη σημασία να διαγραφούν τα οφέλη του λιανικού εμπορίου από τις αυξημένες αφίξεις, θα διεξάγει, το 2019, έρευνα για να εντοπιστεί το μέρος της ταξιδιωτικής δαπάνης που μεταφέρεται στις εμπορικές επιχειρήσεις. Η σημασία του προσδιορισμού είναι σημαντική ειδικά αν ληφθεί υπόψη το σημαντικό πρόβλημα του υπερτουρισμού (αύξηση απορριμμάτων, κυκλοφοριακά προβλήματα, διαχείριση νερού κ.α.). 

Σύμφωνα με το ΙΝΕΜΥ της ΕΣΕΕ για την περίοδο 2017-2018 οι κυριότεροι τουριστικοί δείκτες, όπως το τουριστικό ισοζύγιο, οι τουριστικές εισπράξεις, οι διανυκτερεύσεις, οι αφίξεις κ.λπ., εμφανίζουν εντυπωσιακή μεγέθυνση και τεκμηριώνουν την αυξημένη δυναμική του κλάδου.

Παράλληλα, λόγω της ιδιαιτερότητας της φύσης του ο τουρισμός εμφανίζει σημαντικές διακλαδικές αλληλεπιδράσεις «μεταφέροντας» οφέλη σε επιμέρους κλάδους της οικονομικής δραστηριότητας. Ειδικότερα, το λιανικό εμπόριο αποτελεί έναν από τους κλάδους που αναπτύσσει ιστορικά οργανική σύνδεση με την τουριστική δραστηριότητα. 

Όμως, τα τελευταία χρόνια, για μια σειρά από λόγους (περιορισμένο τουριστικό εισόδημα, κατίσχυση υποδείγματος all-inclusive κ.α.), η σύνδεση αυτή παρουσιάζει σημαντικές υστερήσεις που σε μεγάλο βαθμό θολώνουν την άκρως θετική πορεία της τουριστικής δραστηριότητας.

Βέβαια, η υστέρηση αυτή δεν είναι οριζόντια καθώς σε κάποιους επιμέρους υποκλάδους του λιανικού εμπορίου, όπως τα μεγάλα καταστήματα τροφίμων (super markets), τα καύσιμα και τα έπιπλα-ηλεκτρικά είδη-οικιακός εξοπλισμός, καταγράφεται σημαντική (ποσοστιαία) αύξηση του κύκλου εργασιών, η οποία αναπόδραστα τροφοδοτείται από τη μεγέθυνση της τουριστικής δραστηριότητας αλλά και από την επέλαση του μοντέλου βραχυχρόνιας μίσθωσης (Airbnb). 

Αναμφίβολα, αναφέρει το ΙΝΕΜΥ, εναργέστερα συμπεράσματα θα μπορούν να εξαχθούν μετά την επερχόμενη λήξη της τουριστικής περιόδου όταν και θα πρέπει να ανοίξει ο διάλογος για τον τουριστικό σχεδιασμό και τη στρατηγική της χώρας, ειδικά αν ληφθεί υπόψη η συμπίεση που υφίσταται η προσφορά σημαντικών δημοσίων-κοινωνικών αγαθών (καθαριότητα, κυκλοφορία, διαχείριση νερού κ.α.). 

Στην προοπτική του διαλόγου αυτού, η ΕΣΕΕ παρουσιάζει τόσο την εξέλιξη βασικών τουριστικών δεικτών όσο και τη συσχέτιση μεταξύ του κύκλου εργασιών στο λιανικό εμπόριο και στον τουρισμό επιχειρώντας να «αναδείξει» τη σημασία ενός γενικότερου τουριστικού σχεδιασμού που θα αποφέρει σημαντικά διακλαδικά οφέλη και θα είναι αναπτυξιακά ισόρροπος. 

Η λεγόμενη «εισαγόμενη κατανάλωση» δεν θεωρείται ικανοποιητική 

Συνοψίζοντας την οικονομική σχέση τουρισμού και εμπορίου, ο Πρόεδρος της ΕΣΕΕ Βασίλης Κορκίδης επισημαίνει τα ακόλουθα: 
«...Από τα διαθέσιμα στοιχεία της ΤτΕ, διαφαίνεται πως η πλειοψηφία των τουριστικών εισπράξεων στη Χώρα μας προέρχεται κατά 29% από τους Γερμανούς τουρίστες, με τη συμμετοχή των Βρετανών να είναι επίσης σημαντική κατά 16%. Η συμμετοχή των Ρώσων μειώθηκε το 2017 σε σχέση με το 2016 και αναμένεται να ανακάμψει το 2018. Σε σχέση με τις 28,5 εκ. επισκέψεις, η Γερμανία επίσης καταλαμβάνει την πρώτη θέση καθώς κατέχει το 26% του συνόλου των επισκέψεων, ενώ η Βρετανία έρχεται εκ νέου δεύτερη με ποσοστό 15%.

Σημαντική είναι η παρουσία των Ολλανδών η οποία μεγεθύνεται σημαντικά. Αναφορικά με τις διανυκτερεύσεις ξανά οι Γερμανοί βρίσκονται στην πρώτη θέση καλύπτοντας το 27% του συνόλου, ενώ οι Βρετανοί καταγράφουν το 15% του συνόλου. Οι διανυκτερεύσεις των Ολλανδών παρουσιάζουν σημαντική μεγέθυνση στο 13%, ενώ και των Γάλλων παρουσιάζουν ικανοποιητική αύξηση 7% τα τελευταία δύο χρόνια.

Από την άλλη, η κατανομή της δαπάνης ανά επισκέπτη παρουσιάζει διαφορετικά ποιοτικά χαρακτηριστικά με την υψηλότερη δαπάνη ανά επισκέπτη να καταγράφουν οι Ελβετοί με 843 ευρώ και δευτερευόντως οι Ρώσοι με 802 ευρώ.

Η χαμηλότερη μέση δαπάνη ανά ταξιδιώτη καταγράφεται από τους Ιταλούς με 560 ευρώ, ενώ η δαπάνη των Ολλανδών μεγεθύνεται σημαντικά σε σχέση με πέρυσι καθώς παρουσιάζεται αυξημένη κατά 15% περίπου. Την υψηλότερη μέση διάρκεια παραμονής με 10 ημέρες καταγράφουν οι Ρώσοι, ενώ σημαντική είναι η διάρκεια που καταγράφουν τόσο οι Γερμανοί και οι Βρετανοί, όσο και οι Βέλγοι με 9 ημέρες. Η Ελλάδα είναι φέτος η 7η χώρα στις προτιμήσεις των τουριστών από Η.Π.Α. καταγράφοντας φέτος αύξηση 74%. 

Αναμένουμε τα φετινά στοιχεία με ιδιαίτερο ενδιαφέρον, ώστε να προσδιορίσουμε το ποσοστό των τουριστικών εσόδων που διοχετεύεται στα εμπορικά καταστήματα των τοπικών αγορών. Σύμφωνα με τους ξενοδόχους, τα ταξιδιωτικά πρακτορεία συγκεντρώνουν μεγάλο ποσοστό από τα 14,6 δις ευρώ των συνολικών τουριστικών εσόδων.

Στον αντίποδα, το καλύτερο τουριστικό δίμηνο Ιουλίου-Αυγούστου και μάλιστα σε περίοδο εκπτώσεων, ο συνολικός τζίρος του λιανικού εμπορίου μετά βίας ξεπερνά τα 6 δις ευρώ τα τελευταία τρία χρόνια, παρά την κατακόρυφη αύξηση των τουριστικών μεγεθών. Αυξημένη κίνηση παρατηρούμε μόνο στα σούπερ μάρκετ και εν γένει στα καταστήματα τροφίμων, πάνω από 2%, λόγω της αύξησης σε 4.000 των ακινήτων «airbnb».

Γενικά, η λεγόμενη «εισαγόμενη κατανάλωση» δεν θεωρείται ικανοποιητική, αφού οι περισσότεροι τουρίστες που επισκέπτονται τη Χώρα μας είναι μέσου και χαμηλού εισοδήματος, ενώ η πλειοψηφία των επισκεπτών φαίνεται να επιλέγει την Ελλάδα ως «φθηνό» τουριστικό προορισμό. Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΙΝΕΜΥ της ΕΣΕΕ, ο Δείκτης Κύκλου Εργασιών του Εμπορίου υπολείπεται κατά πολύ από τον ΔΚΕ του Τουρισμού.

Παρά το γεγονός ότι τα ετήσια έσοδα από τον εσωτερικό τουρισμό από το 70% συρρικνώθηκαν στο 5% και οι διανυκτερεύσεις από 7,5 εκ. σε 5 εκ., οι Έλληνες είναι ο βασικός αιμοδότης του τουρισμού όλο το έτος με έσοδα 2 δις ευρώ. Εάν μάλιστα υπήρχε δείκτης ποιότητας τουριστών, κατά την άποψή μου, ακόμα και με την παρούσα οικονομική μας κατάσταση, την πρωτιά θα κατείχαν οι Έλληνες...».