Κόρακας κοράκου Μάτι

Γράφει ο
Πάνος Βενέρης

Άκουσα ένα «κρακ» και χωρίς να καταλάβω πώς, βγήκα απ’ τη ζέστη και το σκοτάδι στο κρύο και  το φως. Είδα ένα κατάμαυρο πουλί να με κοιτά τρυφερά και να προσπαθεί να με προστατεύσει. Αμέσως έφτασαν κι’ άλλα πουλιά και κρα - κρα - κρα μου ευχήθηκαν «κορακοζώητος»! Το πουλί που με προστάτευε, με τάιζε κιόλας και κατάλαβα ότι είναι η μάνα μου. Αργότερα και αφού μεγάλωσαν κάπως τα φτερά μου, μου έδειξε και πώς να τ’ ανοίγω. Έπεσα μια, έπεσα δύο, στο τέλος τα κατάφερα. Μπορούσα να πετάξω! Είμαι πια κανονικό κοράκι. Ρώτησα τι σημαίνει «κορακοζώητος». Η μάνα μου απάντησε ότι αν είμαι καλό κοράκι και προσέχω, μπορεί και να ξεπεράσω το μισό αιώνα ζωής. Δεν κατάλαβα ακριβώς τι εννοούσε αλλά για να το λέει κάτι θα ξέρει.

Μόλις άρχισα να πετάω, έκανα μια βόλτα στη γειτονιά μου να δω τι γίνεται. Ένα πουλί με μεγάλα μάτια, κουκουβάγια μου είπαν ότι είναι, πέταξε δίπλα μου και άρχισε να μου μιλά.
- Αμπελόκηπους την λένε τη γειτονιά σου. Παλιά ήταν όλο κήποι και αμπέλια. Σήμερα στη θέση τους ξεφυτρώνουν πολυκατοικίες με πολλά «κλουβιά» για να μένουν άνθρωποι, αυτοί που ορίζουν και τη δική μας μοίρα. Πρωτεύουσα λέγεται η ευρύτερη περιοχή και μεταναστεύουν εδώ από άλλα μέρη για να βρουν δουλειά. Ο μπαμπάς μου είπε ότι σύμφωνα με τους ανθρώπους, ο χρόνος που ζούμε τώρα είναι το 1965 και η μετανάστευση αυτή λέγεται «αστικοποίηση». Η πρωτεύουσα ήταν μικρή και αρχίζει να γίνεται τεράστια. Πάμε και παραδίπλα να σου δείξω.

Πετάξαμε εκεί που τελειώνουν  οι πολυκατοικίες και είδαμε κάτι μικρά σπιτάκια διάσπαρτα εδώ κι εκεί.
- Αυτά τι είναι; Ρωτάω την κουκουβάγια.
- Έρχονται τόσοι πολλοί άνθρωποι στην πρωτεύουσα που ορισμένοι δεν έχουν χρήματα να αγοράσουν διαμέρισμα και κάνουν τις «φωλιές» τους έτσι. Αυτά τα λένε «αυθαίρετα» και κτίζονται χωρίς άδειες σε μικρά οικόπεδα και δρόμους στενούς που προέρχονται από διάφορους «τεμαχισμούς». Έρχεται μετά ο Δήμος και βάζει φως και νερό.  Έτσι έρχεται πιο φτηνά και είναι όλοι ικανοποιημένοι, ο καθένας για τους δικούς του λόγους. Ο μπαμπάς λέει ότι αυτή είναι η «δεύτερη γενιά αυθαιρέτων».
- Και η πρώτη ποια είναι;

- Ο παππούς μου είπε ότι μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή - δεν ξέρω τι ακριβώς είναι- ήρθαν εδώ, στη χώρα που τη λένε Ελλάδα, κάπου 1.500.000 πρόσφυγες. Όχι για να βρουν δουλειά αλλά γιατί τους έδιωξαν από εκεί που έμεναν. Αυτοί κάπου έπρεπε να μείνουν τώρα και η Ελλάδα δεν μπορούσε να το αντιμετωπίσει νόμιμα, έτσι έκτισαν «αυθαίρετα». Αυτή ήταν η «πρώτη γενιά αυθαιρέτων». Ένα χρόνο μετά, το 1923, μετά τη Συνθήκη της Λωζάννης -που επίσης δεν ξέρω τι είναι-  και την ανταλλαγή πληθυσμών όπως μου είπε πάλι ο παππούς, έκαναν λέει και το πρώτο Πολεοδομικό Διάταγμα της χώρας για να μπορούν να κτίζουν νόμιμα, με σχέδιο όπως λένε. Όμως ο παππούς λέει ότι ούτε και αυτό το εφαρμόσανε όπως θα έπρεπε. Μερικές διατάξεις του ισχύουν μέχρι σήμερα!

Έβαλα στη μνήμη μου τα λόγια της κουκουβάγιας γιατί κάτι άλλα πουλιά μου είπανε ότι είναι «σοφή» και συνέχισα να πετάω και να βλέπω την πρωτεύουσα να μεγαλώνει με «κλουβιά» για ανθρώπους και πολλά «περιαστικά αυθαίρετα» όπως τα ονόμασαν, τα οποία μέχρι να γίνω 5 χρονών είχαν ήδη φτάσει τις 400.000. Πέρασαν κι άλλα χρόνια, τα «κλουβιά» των ανθρώπων πολλαπλασιάζονταν, μαζί τους και τ΄αυθαίρετα. Βγήκαν και κάτι Νόμοι που τα «τακτοποιούσαν» από τη μια, τους έδιναν το δικαίωμα να συνδεθούν με τα «δίκτυα κοινής ωφέλειας» όπως τα λένε οι άνθρωποι, αλλά από την άλλη, πάλι παράνομα ήταν!

Οι Νόμοι αυτοί, δεν ξέρω, σύμπτωση θα ήταν αλλά εκεί κοντά στις εκλογές ψηφίζονταν.
Πέταγα, πέταγα, ώσπου μεγάλωσα. Έμαθα ότι οι Έλληνες άρχισαν να βγάζουν λεφτά και δεν τους έφτανε ένα «κλουβί» για να ζήσουν. Θέλαν και εξοχικό στη θάλασσα. Νάσου πάλι άρχισαν να κόβουν οικόπεδα παραθαλάσσια. Και ήλθε και ένας Νόμος το 1978 που ρύθμιζε λέει την «εκτός σχεδίου δόμηση». Ελληνική «πατέντα» μου είπε η κουκουβάγια. Μπορούσες να κτίσεις νόμιμα αν είχες 4 στρέμματα χωράφι αλλά και σε πολύ μικρότερες επιφάνειες «κατά παρέκκλιση». Μέχρι που η παρέκκλιση έγινε κανόνας.  Μετά το «ξεχείλωνες» και λίγο και ήσουν βασιλιάς! Τώρα που μεγάλωσα, κατάλαβα ότι άρχιζε η «τρίτη γενιά αυθαιρέτων». Η «παραθεριστική κατοικία».

Και ήρθε μετά ένας μεγάλος πολεοδόμος να βάλει λέει τάξη στην Ελλάδα. Θαρρώ Τρίτση τον έλεγαν. Έκανε ένα φοβερό Νόμο, τον 1337/83 μου είπε πάλι η κουκουβάγια, με τον οποίο αναδιάρθρωνε όλο το πλαίσιο δόμησης της χώρας. Ο Τρίτσης ήταν πληθωρικός και ενέπνευσε. Και πληθώρα μηχανικών κινητοποιήθηκαν για την «πολεοδομική ανασυγκρότηση» της χώρας. Αποκέντρωσε και αρμοδιότητες είπαν. Όμως παρότι έγιναν πολλά, ο Νόμος αυτός δεν κατόρθωσε να επιτελέσει το σκοπό του όπως θα ήθελε ο Τρίτσης, γιατί το εγχείρημα ήταν τεράστιο. Άκουσα και κάτι για «συμφέροντα» που μπλόκαραν ορισμένες διαδικασίες, αλλά δεν κατάλαβα τι ακριβώς ήταν.

Παράλληλα, ο «οραματιστής» όπως τον έλεγαν, είπε ότι η πρόσβαση στις παραλίες που είναι δημόσιο αγαθό δεν πρέπει να παρεμποδίζεται και έτσι έβαλε αυστηρές ρυθμίσεις και περιορισμούς στις περιφράξεις για οικόπεδα που απέχουν 500 μέτρα από την ακτή. Πού να ξέρει ο καημένος… Στο Νόμο αυτό είχε και μια ρύθμιση «αν το δηλώσεις, μπορείς να το σώσεις». Μια ακόμη ρύθμιση αυθαιρέτων. Και πάλι για «τελευταία φορά».

Έφυγε ο Τρίτσης, στην ουσία τον «έφαγαν» όπως είπε ένα περιστέρι, ήρθαν άλλοι, άρχισα να γερνάω βλέποντας τα ίδια και τα ίδια  και ώριμο κοράκι πια είδα μια άλλη γενναία πολεοδομική ρύθμιση. Το Ν. 2508/97 όπως μου είπε ξανά η κουκουβάγια, που αναδιάρθρωνε πάλι τα πάντα και η μεγάλη φιλοδοξία του ήταν να «βάλει τάξη» στις «εκτός σχεδίου» περιοχές. Τίποτε να μη χτίζεται χωρίς σχέδιο και προγραμματισμό. Ήρθε τότε ένα μεγάλο περιστέρι και μου είπε ότι είχε ακούσει για κάποια «ρομαντική κωμωδία» ενός κάποιου Σαίξπηρ  που την έλεγαν «όνειρο θερινής νυκτός».  Δεν ήξερα τι εννοούσε αλλά για να το λέει το περιστέρι που τόσο πολύ έχει ταξιδέψει, κάτι θα ήξερε.

Στο μεταξύ, ένα άλλο  περιστέρι που του ‘ριχναν σποράκια στο Σύνταγμα, ήρθε και μου είπε ότι το 1994 αναδιαρθρώθηκε η Νομαρχία και από διορισμένη έγινε αιρετή. Έτσι δεν ήταν πια «κράτος» αλλά «αυτοδιοίκηση» και σύμφωνα με το Σύνταγμα όπως μου είπε ένας τσαλαπετεινός που έκοβε βόλτες στα δικαστήρια, δεν μπορούσε λέει να εγκρίνει πολεοδομικές μελέτες και όλες αυτές έπρεπε να γίνουν Προεδρικό Διάταγμα. Ζήσε Μάη μου να φας τριφύλλι. Εκεί που κάτι είχε αρχίσει να γίνεται, βουτιά κατακόρυφη. Νάσου πάλι φουντώνουν τα αυθαίρετα αφού δεν υπάρχει πολεοδομημένη γη είτε για την πρώτη είτε για τη δεύτερη κατοικία των ανθρώπων.

Αυτή τη φορά όμως τα αυθαίρετα είναι προς εκμετάλλευση δηλαδή προς πώληση. Αλλά και ο νεόπλουτος πλέον Έλληνας που δεν μπορούσε να ζήσει σε διαμέρισμα, ήθελε βίλα στην εξοχή να κάνει και μπάρμπεκιου. Καμιά φορά ‘ψήναν και κανένα περιστεράκι στη ζούλα γι’  αυτό και το φιλαράκι μου έπαψε να περνά από τέτοια μέρη.  Κάπως έτσι έγινε η «τέταρτη γενιά αυθαιρέτων» την εποχή των «νεογιάπηδων» και του χρηματιστηρίου. Άντε πάλι καινούργιοι Νόμοι να προσπαθούν να «νομιμοποιούν».

Γέρος πια, με δυσκολία άνοιγα φτερά, είδα την Αττική να γίνεται τσιμέντο, να μη βρίσκω δέντρο να ξεκουραστώ. Τα περιστέρια από άλλα μέρη της Ελλάδας έρχονταν και μου έλεγαν ότι κι εκεί κάτι ανάλογο συνέβαινε. Και άρχισα να κράζω αλλά κανείς δεν με άκουγε. Κοράκι με λέγαν όλοι.
Μετά είδα τους ανθρώπους να έχουν αλλάξει τελείως συμπεριφορά και να πλακώνονται μεταξύ τους. Ρώτησα την κουκουβάγια τι έπαθαν. Κρίση περνάνε μου είπε. 

Ό,τι έφτιαχναν τους  γύρισε ανάποδα. Δεν έχουν δουλειές και πολλοί αφήνουν τις φωλιές τους για το εξωτερικό. Μπήκαν στο «μνημόνιο» μου είπε ένας πελαργός που είχε μόλις έλθει από την Κύπρο και είχε εμπειρία. Και ‘βγάλαν κι ένα Νόμο που πάλι «τακτοποιεί» αυθαίρετα. Ένα Νόμο σήριαλ που συνεχίζεται για έτη, όχι αντί πινακίου κουκιών αλλά αντί πινακίου Ευρώ όπως μου είπε η κουκουβάγια.

Γιατί το κράτος έχει χρέη και πρέπει να ξεχρεώσει. Και είναι αυτός τρόπος; ρώτησα. Όχι μου είπε ένα περιστέρι που πέταγε από δίπλα.  Γι’ αυτό και δεν πατάμε πλέον στο Σύνταγμα. Ήρθαν κάτι τεράστια πουλιά απ’ το βορρά και κάνουν ό,τι θέλουν. Πού ν’ αντέξουμε τα καημένα.
Τα είδα όλα σ’αυτή τη χώρα είπα από μέσα μου. Κουράστηκα και δεν αντέχω άλλο. Ας πάω μια τελευταία βόλτα γιατί σε λίγο θα πέσουν τα φτερά μου και δεν θα μπορώ. Κι εκεί που πέταγα με δυσκολία, βλέπω καπνό πολύ και φωτιά, άλλα πουλιά μαζί με ζώα και ανθρώπους να τρέχουν να σωθούν. Μεγάλο κακό.

Αέρας ήταν πολύς και με παράσερνε και δεν μπορούσα να πετάξω. Μπόρεσα να φτάσω σ’ ένα στύλο και να κάτσω. Έβλεπα το κακό από μακριά. Κάπως έτσι θα είναι η κόλαση που μου έλεγε η μαμά ότι θα πάω αν δεν ήμουνα καλό κοράκι σκέφτηκα και δεν θα ήμουν και κορακοζώητος. Έμεινα εκεί όλο το βράδυ. Την άλλη μέρα   όλα κάρβουνο. Έρχεται ένα καψαλισμένο περιστέρι, κάθεται δίπλα μου και λέει:
- Ακόμη κι εγώ που πετάω, στο τσακ τη γλίτωσα. Δεν έμεινε τίποτε όρθιο στο Μάτι απ΄τη φωτιά. Πάνε και άνθρωποι και σπίτια και ζώα και δένδρα, πάνε όλα.

- Τι είναι το Μάτι; ρώτησα.
- Η καρβουνιά που βλέπεις μπροστά σου μου απάντησε.
- Και πώς τέτοιο κακό ρώτησα. Κι αλλού έχουν καεί μέρη. Εδώ γιατί;
- Ήταν δυνατός ο άνεμος και φταίνε και τ’ αυθαίρετα, είπαν.
- Έχει και το Μάτι αυθαίρετα;
- Όπως όλη η Ελλάδα, απαντά η κουκουβάγια που μας είδε και μπήκε στην κουβέντα.
- Το Μάτι που λες γεράκο μου, άρχισε να κτίζεται όταν βγήκες απ’ τ΄αβγό σου.
- Ήταν δάσος τότε; ρωτάω.

- Κανείς δεν ξέρει απαντά η καλή μας κουκουβάγια. Υπήρχαν διάσπαρτα δένδρα ή θύλακες, αλλά τότε, δάσος – δάσος δεν ήταν. Η κατάσταση στην Αττική με τα δάση είναι πολύ περίεργη. Μου είπε ο παππούς ότι από κάτι φωτογραφίες που πήραν οι άνθρωποι σαν να πετά πουλί το 1945, το Μάτι ήταν χέρσο. Αλλά πριν ίσως ήταν δάσος που πιθανόν να κάηκε και έπειτα να εκχερσώθηκε. Το ίδιο και η διπλανή Νέα Μάκρη που είχε δοθεί ως διανομή αγροκτημάτων στους πρόσφυγες. Δάσος υπήρχε παραπάνω και άρχισε να μεγαλώνει μαζί με τα σπίτια που κτίζονταν στο Μάτι. Στο τέλος, ήταν όλο πεύκο. Πραγματική όαση που έγινε κόλαση. Να σκεφτείς ότι ήταν από τις πιο ακριβές περιοχές για παραθερισμό. Κι ας μην είχε σχέδιο αλλά ούτε και παραλίες για μπάνιο. Όλο γκρεμούς ήταν!..

- Ούτε το Μάτι έχει σχέδιο;
- Όχι, μου απαντά. Σχέδιο έχει ο Νέος Βουτζάς παραπάνω, αλλά κάηκε κι αυτός.
- Και γιατί δεν έχει; ξαναρωτάω.
- Γιατί αρχές δεκαετίας του ’80, πήγε να γίνει σχέδιο σαν τόπος παραθεριστικής κατοικίας αλλά μπλόκαρε γιατί δεν εύρισκες άκρη με τα δάση. Το δασαρχείο όρισε δασικούς θύλακες και έτσι δεν μπόρεσε να γίνει ενιαίο σχέδιο. Το ίδιο έγινε όταν μεταγενέστερα συνάχθηκε το Γενικό Πολεοδομικό
Σχέδιο της Νέας Μάκρης σύμφωνα με το Νόμο του Τρίτση, που  το Μάτι έμεινε έξω από τις προς πολεοδόμηση περιοχές για τον ίδιο λόγο.

Έξυσα με τα φτερά το κεφάλι μου όλο απορία. Ήταν δάσος που εξαφανίστηκε, μετά έγιναν θύλακες δάσους και στο τέλος όλο θεωρήθηκε δασική έκταση και δεν πολεοδομήθηκε ενώ στο μεταξύ είχε κτιστεί. Ζαλίστηκα. Με βλέπει η κουκουβάγια προβληματισμένο και μου λέει:
- Τι σε νοιάζει και σκας; Ρώτα, κι άμα βγάλεις άκρη σφύρα μου σαν το κοτσύφι. Θα έχει μεγάλη φάση όταν αναρτηθούν οι δασικοί χάρτες για την Αττική. Δάση που έγιναν «νόμιμα» σχέδιο, και «δάση» που δεν μπορούν να γίνουν σχέδιο. Να μη σου πως για τις «οικιστικές πυκνώσεις» γιατί θα ξημερώσουμε.
Φλασάρω ξανά και ρωτώ

- Και πώς χτίστηκε αφού δεν έχει σχέδιο.
- Με το σύστημα ….«πλημμύρα» μου απαντά η κουκουβάγια. Κόβαν δρόμους «μπακλαβά», πολλές φορές αδιέξοδους και στην πλειοψηφία τους στενούς, «τεμάχιζαν» τις μεγάλες ιδιοκτησίες εκμεταλλευόμενοι κάτι παράθυρα Νόμων που μιλούσαν για «λυόμενα» που δεν χρειαζόταν 4 στρέμματα και που μετά γίνονταν κανονικά σπίτια, μετά άλλες παρεκκλίσεις της «εκτός σχεδίου δόμησης» και πάει λέγοντας.

Βγήκαν και κάτι Διατάγματα μυστήρια - επί χούντας μου είπαν αλλά δεν ξέρω τι είναι αυτό-  με τα οποία  χτίστηκαν κάτι ξενοδοχεία και άλλα κτήρια και έπρεπε να αφήνουν  μεταξύ τους διόδους στη θάλασσα, δηλαδή στον γκρεμό, στα βράχια,  που δεν ήταν πάνω από μέτρο.  Πολλά βέβαια σπίτια είναι τελείως αυθαίρετα αλλά υπάρχουν και πολλά νόμιμα. Όλα τα ‘χει ο μπαξές. Όπως σε όλη τη χώρα εξ’ άλλου. Και όπως παντού, έχουν φως νερό τηλέφωνο. Και τα σπίτια και οι δρόμοι.  Άρα όλα είναι νόμιμα. Τι δεν καταλαβαίνεις;

Για να πω την αλήθεια, αισθάνθηκα χαζό κοράκι μπροστά στη σοφία της κουκουβάγιας γι’ αυτό έκανα ότι τα κατάλαβα όλα.
- Είπαν και κάτι για παράνομες περιφράξεις; ξαναρώτησα.
- Ισχύει, απαντά η κουκουβάγια. Ο Τρίτσης το είχε προβλέψει ότι κατά κανόνα δεν περιφράσσονται οι εκτός σχεδίου περιοχές σε απόσταση 500 μ. από την ακτή. Και αυτό για να υπάρχει  ελεύθερη πρόσβαση σ’ αυτή. Αλλά δεν έχει εφαρμοσθεί πουθενά στην Ελλάδα. Μάλιστα ένας πελαργός που ήρθε από τη Ρόδο μου είπε ότι εκεί κάποτε το ΤΕΕ μαζί με το Δήμο Νότιας Ρόδου είχαν ανοίξει αυτό το θέμα.

- Δηλαδή σοφή μου κουκουβάγια, πράγματι ισχύει ότι φταίνε τ’ αυθαίρετα, είτε σπίτια είτε περιφράξεις που έγινε τέτοια ζημιά και χάθηκε και τόσος κόσμος, ακόμη και πουλάκια καψαλίστηκαν;

- Όχι, μου απαντά ορθά κοφτά. Γέρασες, αλλά μυαλό δεν έβαλες. Δεν το έχεις καταλάβει ότι εδώ που ζεις ο ένας ρίχνει τις ευθύνες στον άλλον ανάλογα από ποια πλευρά είναι; Γι΄αυτό και η νομοθεσία τους είναι χαοτική, γι’ αυτό και οι πολλές «συναρμοδιότητες» που δεν γνωρίζει η δεξιά τι ποιεί η αριστερά -μη το παίρνεις κομματικά γεράκο μου-, γι’ αυτό από τη μια όλοι «καταριόνται» τ’ αυθαίρετα αλλά από την άλλη διαχρονικά τα «τακτοποιούν» ενώ η αρμοδιότητα «κατεδάφισής» τους γυρίζει σαν την άδικη κατάρα, γι’ αυτό, γι’ αυτό γι’ αυτό… Γίνεται το κακό, γίνεται ντόρος κι έπειτα ξεχνούν.

Και φτιάχνουν συνεχώς «Οικοδομικούς Κανονισμούς» που όσο πάει όλο και μεγαλύτερα συνονθυλεύματα «ρουσφετιών» και περιπτωσιολογίας αποτελούν. Να και κάτι χιλιάδες σελίδες … «ερμηνειών»!...  Και φτου κι απ’ την αρχή… Για να σου δώσω να καταλάβεις, όλοι φταίνε αλλά κανείς δε φταίει, αφού πάντα φταίνε οι άλλοι… Αλλοίμονο σ’ αυτόν που φεύγει.  

- Είναι αυτό που λένε για μας «κόρακας κοράκου μάτι δεν βγάζει», σοφή μου κουκουβάγια;
- Είναι αυτό που λένε «ή στραβός είναι ο γιαλός ή στραβά αρμενίζουμε» καλέ μου γεροκόρακα.
- Τότε, στραβός είναι ο γιαλός αφού μου είπες ότι είναι όλο γκρεμούς. Επιτέλους το κατάλαβα σοφή μου κουκουβάγια. Έτσι δεν είναι;

Δεν πήρα απάντησα, γυρνώ να δω αλλά η κουκουβάγια είχε φύγει. Γέρασα τόσο που δεν καταλαβαίνω πια. Ας γυρίσω στη φωλίτσα που γεννήθηκα να κλείσω ήσυχα τα ματάκια μου. Στο δρόμο σκεφτόμουν και ξανασκεφτόμουν αυτό που μου είχε πει η κουκουβάγια. «Αλλοίμονο σ’ αυτούς που φεύγουν». Σίγουρα πάντως δεν εννοούσε εμένα αφού κορακοζώητος ήμουν όπως μου ευχήθηκαν. Και έκραξα και φώναξα. Αλλά κανείς δεν με άκουγε. Κοράκι με φωνάζαν. Ίσως και να γεννήθηκα σε λάθος τόπο…