Η ανάπτυξη  που… δεν έρχεται

Με δεδομένους τους περιορισμούς που έφεραν τα Μνημόνια (που έφυγαν… για να μείνουν) ως προς τη δυνατότητα των κυβερνήσεων να κάνουν ενεργητικές παρεμβάσεις στην οικονομία, το μόνο που απέμεινε ως ελπίδα για να εξέλθουμε από έναν φαύλο κύκλο αποπτώχευσης και υψηλής ανεργίας ήταν η επίτευξη υψηλών ρυθμών ανάπτυξης.

Μια οικονομία που αναπτύσσεται με ραγδαίους ρυθμούς δημιουργεί θέσεις εργασίας, βελτιώνει την αναλογία του χρέους προς το ΑΕΠ, αυξάνει τα φορολογικά έσοδα και δημιουργεί πλούτο που έστω και εν μέρει μπορεί να αναδιανεμηθεί.
Σε τελική ανάλυση η όποια βελτίωση ως προς τις κοινωνικές συνθήκες έχει επέλθει τα τελευταία χρόνια, όπως π.χ. η σχετική υποχώρηση της ανεργίας, προκύπτει πολύ περισσότερο από τέτοιες αντικειμενικές οικονομικές δυναμικές παρά από την επιτυχή εφαρμογή κάποιων πολιτικών.
Γι’ αυτό το λόγο και δεν γεννά μεγάλη ελπίδα η ανακοίνωση της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής για την πορεία της ανάπτυξης κατά το δεύτερο τρίμηνο του 2018.

Καταρχάς σε ετήσια βάση ο ρυθμός ανάπτυξης τρέχει στο 1,8% σε αντίθεση με το 2,5% που δόθηκε για το πρώτο τρίμηνο. Αυτό είναι αρκετά κάτω από το 2,5% που ήταν η κυβερνητική επιδίωξη στον προϋπολογισμό του 2018 αλλά ακόμη και κάτω από το 1,9% της πιο πρόσφατης εκτίμησης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.
Όμως, πέραν του γενικού ρυθμού ανάπτυξης όπου σαφώς έχουμε μια επιβράδυνση του όποιου ρυθμού ανάπτυξης, υπάρχουν και άλλα στοιχεία που είναι ανησυχητικά.
Παρότι υπάρχει μια αύξηση των εξαγωγών, έχουμε υποχώρηση των ακαθάριστων επενδύσεων πάγιου κεφαλαίου κατά 5,4% σε σχέση με το 2 τρίμηνο του 2017. Αυτό σημαίνει ότι δεν γίνονται νέες επενδύσεις και δεν διαμορφώνονται νέες παραγωγικές δυνατότητες για έναν πραγματικά ενάρετο οικονομικό κύκλο.

Ούτε είναι τυχαίο ότι η κατανάλωση δεν αυξάνεται με ιδιαίτερα μεγάλους ρυθμούς ένδειξη και αυτό μιας οικονομίας που δεν είναι ακριβώς σε φάση «απογείωσης».
Στην πραγματικότητα τα όσα αποτυπώνουν τα στοιχεία είναι αυτά που έχουν επισημανθεί από διάφορες πλευρές και αποτυπώνουν το πραγματικό «αναπτυξιακό δράμα» της ελληνικής οικονομίας.
Με την οικονομία να βρίσκεται ακόμη μέσα σε ένα καθεστώς περιοριστικής πολιτικής λιτότητας, με τις δημόσιες επενδύσεις να περιορίζονται, τις δημόσιες δαπάνες να περικόπτονται ή να καθυστερεί η πληρωμή των προμηθευτών του δημοσίου, με τη φορολογία να αυξάνεται διαρκώς όπως και τις ασφαλιστικές εισφορές και με το διεθνές περιβάλλον να χαρακτηρίζεται από μεγάλη αστάθεια θα ήταν μάλλον ουτοπικό να περιμέναμε πραγματικά υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης. Με μία έννοια ακόμη και αυτοί οι ρυθμοί ανάπτυξης επιτυχία είναι εάν συνυπολογίσουμε τη συνολική αρνητική συνθήκη.

Ούτε βέβαια δικαιώνεται η πεποίθηση της κυβέρνησης ότι αρκεί ο τουρισμός για να έχουμε μια αναπτυξιακή έκρηξη. Όπως φάνηκε και τα προηγούμενα χρόνια μπορεί να βελτιώνει κάπως τα δεδομένα αλλά δεν ανατρέπει τις συνολικότερες τάσεις.
Αυτό θα απαιτούσε μια προσπάθεια για μια οικονομική πολιτική που να προσπαθεί να διαμορφώσει συνθήκες για προσέλκυση επενδυτών για πραγματικές παραγωγικές επενδύσεις (και όχι απλώς αγοραστών για αλλαγή ιδιοκτησία κάποιων δημόσιων επιχειρήσεων), σε κλάδους με υψηλή προστιθέμενη αξία, για αύξηση των δεξιοτήτων των εργαζομένων και για δημιουργία θέσεων εργασίας υψηλής ειδίκευσης αλλά και μεγάλης παραγωγικότητας, για επαναπατρισμό του επιστημονικού δυναμικού, για στοχευμένες παρεμβάσεις και συμβολή του δημοσίου στο σχεδιασμό πολιτικών και επενδύσεων και όχι απλώς στην «απορροφησιμότητα» ευρωπαϊκών κονδυλίων, για πραγματική επικοινωνία και διάλογο με τους παραγωγικούς φορείς και όχι «αναπτυξιακά συνέδρια» βιτρίνας χωρίς πραγματικές προτάσεις, όπως ήταν αυτά που έκανε τους περασμένους μήνες η κυβέρνηση.

Όμως, αυτό είναι πολύ δύσκολο για μια κυβέρνηση που είχε ως μεγαλύτερη επιτυχία απλώς να εφαρμόσει πιο αποτελεσματικά τα μνημόνια, χωρίς πραγματικό σχέδιο για την επόμενη μέρα, χωρίς αναπτυξιακή στρατηγική πέραν γενικολογιών και χωρίς πραγματική διάθεση να κάνει κάτι πιο ουσιαστικό από το να παρατείνει απλώς την παραμονή της στην εξουσία.  (Πηγή: in.gr)