Εξ Ανατολών κίνδυνος για τον τουρισμό

Ρεκόρ με περισσότερες από 30 εκατ. αφίξεις και έσοδα άνω των 15 δισ. ευρώ αναμένεται να επιτύχει εφέτος ο ελληνικός τουρισμός. Ωστόσο εκείνο που προβληματίζει τους εκπροσώπους του τουριστικού κλάδου είναι η «επόμενη μέρα» και κυρίως το εξ Ανατολών «μέτωπο» της Τουρκίας.  

Την τελευταία οκταετία τα άμεσα έσοδα από τον εισερχόμενο τουρισμό άγγιξαν το εντυπωσιακό νούμερο των 100 δισ. ευρώ, ενώ στην αιχμή της τουριστικής σεζόν ο τουρισμός συμβάλλει πλέον άμεσα στο 16,9% της απασχόλησης.
«Έχοντας διανύσει πάνω από το μισό της χρονιάς, είναι ασφαλές να πούμε ότι η δυναμική του ελληνικού τουρισμού συνεχίζεται και την εφετινή σεζόν» λέει στο «Βήμα» ο πρόεδρος του Συνδέσμου Ελληνικών Τουριστικών Επιχειρήσεων (ΣΕΤΕ) κ. Γιάννης Ρέτσος.

Σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα στοιχεία του Ινστιτούτου ΣΕΤΕ (ΙΝΣΕΤΕ), σημαντικά αυξημένες ήταν οι αφίξεις επισκεπτών - αεροπορικώς και οδικώς - τον Ιούνιο του 2018 σε σύγκριση με τον ίδιο μήνα του 2017. Τις αυξημένες αφίξεις αποτυπώνει και η έρευνα συνόρων της ΤτΕ. Συγκεκριμένα, η εισερχόμενη ταξιδιωτική κίνηση από την αρχή του έτους είναι αυξημένη κατά 16,8% σε σχέση με το 2017, ενώ και οι ταξιδιωτικές εισπράξεις αυξήθηκαν κατά 21,7%.

Ως προς την πορεία της υπόλοιπης χρονιάς, ο πρόεδρος του ΣΕΤΕ προβλέπει: «Αν ληφθούν υπόψη η αύξηση άνω του 10% των αεροπορικών θέσεων το διάστημα Ιουλίου - Οκτωβρίου, η ευρύτερη οικονομική κατάσταση στην Τουρκία, αλλά και η σχετική στασιμότητα των οδικών αφίξεων, η χρονιά αναμένεται να κλείσει ιδιαιτέρως θετικά και ενδεχομένως να ξεπεράσει τα 15 δισ. ευρώ έσοδα και τις 30 εκατ. αφίξεις, χωρίς να υπολογίζεται η κρουαζιέρα».

Σε κρίσιμο σημείο
«Δεν θα πρέπει μόνο να πανηγυρίζουμε την επιτυχία, θα πρέπει να δούμε πώς θα τη διασφαλίσουμε και τα επόμενα χρόνια» τονίζει ο κ. Ρέτσος, επισημαίνοντας πως ο ελληνικός τουρισμός βρίσκεται πλέον σε ένα κρίσιμο σημείο, με κύριο χαρακτηριστικό το έντονα ανταγωνιστικό περιβάλλον.

Υπενθυμίζεται ότι ο ελληνικός τουρισμός βρέθηκε σε καθοδική τροχιά από το 2007 έως και το 2012, προτού ακόμη ξεκινήσει η οικονομική κατάρρευση της χώρας, ενώ κατάφερε να ορθοποδήσει εν μέσω κρίσης. Από το 2013 και μετά αύξησε τα συνολικά μεγέθη του, με αποτέλεσμα σήμερα να συνεισφέρει άμεσα πάνω από το 10% του ΑΕΠ και συνολικά (άμεσα και έμμεσα) άνω του 25%.

Ωστόσο το ζήτημα για τους εκπροσώπους του κλάδου σε ό,τι αφορά το μέλλον του τουρισμού «δεν θα πρέπει να περιορίζεται στον αριθμό των εισερχόμενων τουριστών ή των ετήσιων εισπράξεων». Η συζήτηση, τονίζουν, θα πρέπει να εστιάσει στη διαρκή βελτίωση όλων εκείνων των παραμέτρων που καθορίζουν την ανταγωνιστικότητα του τουριστικού προϊόντος και θα επιτρέψουν να διατηρηθεί η θετική εικόνα των τελευταίων ετών.

Άλλωστε, δεν παραβλέπουν ότι οι συγκυρίες στις γειτονικές χώρες, και κυρίως στην Τουρκία και στη Βόρεια Αφρική, που σε μεγάλο βαθμό συνέβαλαν στη θετική εξέλιξη του τουρισμού, δίνοντας σημαντικό μερίδιο τα τελευταία χρόνια, τώρα αλλάζουν.

Η υποτίμηση της λίρας
Μετά την υποτίμηση της τουρκικής λίρας έναντι του δολαρίου, οι πρώτες εκτιμήσεις του ΣΕΤΕ δείχνουν ότι πολλοί από τους Ευρωπαίους που επισκέπτονται την Ελλάδα επιλέγουν την Τουρκία ως φθηνότερο προορισμό. «Ο βασικός μας ανταγωνιστής θα μας επηρεάσει σε δύο επίπεδα: Αφενός, τα πακέτα που υπογράφει τώρα η Τουρκία για το 2019 με βασικούς tour operators είναι περίπου 30% φθηνότερα λόγω της υποτίμησης του νομίσματος.

Αφετέρου, οι τούρκοι πολίτες έχουν χάσει σημαντική αγοραστική δύναμη, με αποτέλεσμα με τη σειρά μας να χάνουμε μερίδιο στον εισερχόμενο τουρισμό από μια αγορά περίπου 890.000 τουριστών ετησίως» τονίζει ο κ. Ρέτσος.
Πέραν της Τουρκίας, αρχίζουν να ανακάμπτουν και άλλες ανταγωνιστικές αγορές, όπως αυτές της Αιγύπτου, της Τυνησίας και του Μαρόκου. Την ίδια στιγμή, λαμβάνοντας υπόψη τις διεθνείς εξελίξεις σε οικονομικό και γεωπολιτικό επίπεδο, η Ελλάδα, σύμφωνα με τους εκπροσώπους του τουριστικού τομέα, στη μεταμνημονιακή εποχή εξακολουθεί να έχει ανάγκη από δομικές μεταρρυθμίσεις και μεγάλες αλλαγές, προσδιορίζοντας ουσιαστικά το παραγωγικό μοντέλο της επόμενης ημέρας.

«Ελληνικό Πρωινό» σερβίρουν 1.100 ξενοδοχεία
Η καθιέρωση του ελληνικού πρωινού στα καταλύματα της χώρας κατάφερε να αναδείξει ένα κομμάτι του τοπικού πολιτισμού, τα συστατικά και τις ξεχασμένες συνταγές κάθε περιοχής και να δώσει στους ξένους επισκέπτες την ευκαιρία να πάρουν γεύση από αυθεντική Ελλάδα.
Κατάφερε να συνδέσει στην πράξη τη γαστρονομία με τον τουρισμό. Σήμερα, πάνω από 1.100 ξενοδοχεία σερβίρουν ελληνικό πρωινό.

Στην παγκόσμια τάση της εποχής για αυθεντικές ταξιδιωτικές εμπειρίες, με τη γαστρονομία να έχει πρωταγωνιστικό ρόλο στα μελλοντικά ταξιδιωτικά σχέδια των τουριστών, η πρωτοβουλία «Ελληνικό Πρωινό» του Ξενοδοχειακού Επιμελητηρίου Ελλάδος είναι μια πρώτης τάξεως ευκαιρία εξερεύνησης στη γαστρονομική κληρονομιά ενός τόπου.
Το πρόγραμμα στηρίζεται στη δημιουργία ενός συνεκτικού δικτύου (networking) πιστοποιημένων επιχειρήσεων (ξενοδοχείων και τοπικών παραγωγών), οι οποίες ενθαρρύνονται να αναπτύξουν άμεσες επιχειρηματικές συνεργασίες, προκειμένου να προσφέρουν νέες και παραδοσιακές γεύσεις της ελληνικής κουζίνας, βασισμένες στις αυθεντικές συνταγές και στα τοπικά γαστρονομικά έθιμα.

Ένα νέο προϊόν
Σήμερα, όλο και περισσότεροι έλληνες ξενοδόχοι συνδυάζουν τον γαστρονομικό πλούτο της χώρας με την εμπειρία του ξενοδοχείου, δημιουργώντας ένα νέο τουριστικό προϊόν και υπεραξία στην υπηρεσία της φιλοξενίας. Οι εμπειρίες γαστρονομίας προσελκύουν περισσότερους και «ποιοτικότερους» τουρίστες.

Τα αποτελέσματα σχετικών ερευνών δείχνουν ότι οι επισκέπτες θέτουν σε υψηλή προτεραιότητα την επαφή με την τοπική γαστρονομία, επιλογή που επιβεβαιώνεται από την ιδιαίτερα θετική αποδοχή του «Ελληνικού Πρωινού» στα ξενοδοχεία που συμμετέχουν στο πρόγραμμα. Όλο και περισσότεροι ξενοδόχοι αντιλαμβάνονται την αξία της πιστοποίησης ως ένα «συν» στις υπηρεσίες τους.

Έρευνες από πλατφόρμες αναζήτησης κρατήσεων δίνουν το πρωινό ως τρίτο κριτήριο από τα 17 συνολικά στην ολοκληρωμένη αξιολόγηση ενός ξενοδοχείου.
Με τη σφραγίδα πιστοποίησης του Ελληνικού Ξενοδοχειακού Επιμελητηρίου, το «Ελληνικό Πρωινό» αποτελεί μια καινοτομία. Ένα δομημένο πρόγραμμα, το οποίο απαιτεί αυστηρή τήρηση συγκεκριμένων παραμέτρων από τα ξενοδοχεία-μέλη, ώστε να εξασφαλιστούν η ποιότητα και η αυθεντικότητα των προσφερόμενων προϊόντων και συνταγών.

(Από το «ΒΗΜΑ»)