Η θέσμιση της Μεταπολιτικής

Του Ηλία Καραβόλια

“Δεν υπάρχει πια χειμερινό ανάκτορο να καταληφθεί’’ έγραψε πριν κάποια χρόνια ο Saul Newman,καθηγητής Πολιτικής Θεωρίας στο Goldsmiths College University στο Λονδίνο, συγγραφέας  σημαντικών έργων σε θέματα ριζοσπαστικής  φιλοσοφίας όπως: Unstable Universalities (2007), Politics most Unusual (2009) κ.α. Η φράση του αυτή θεωρώ ότι εύστοχα αντικατοπτρίζει την σημερινή αδιέξοδη αγανάκτηση εκατομμυρίων ατόμων σε όλο τον πλανήτη.

Είτε αναφερόμαστε σε πολιτικά  κινήματα, είτε σε ακτιβιστές, σε ομάδες κατάληψης δημοσίων χώρων και ομάδες διαμαρτυρίας, ένας είναι ο κοινός τόπος : δεν προσδιορίζεται επαρκώς ο εχθρός. Πιο συγκεκριμένα : αναζητείται ένας εχθρός που θεσμίζεται στο κοινωνικό φαντασιακό. Εκ πρώτης όψεως φαίνεται ότι αυτό τον ρόλο τον παίζουν εναλλάξ οι Αγορές και το Κράτος, η Οικονομία και η Εξουσία.

Πόσο ακριβές είναι όμως αυτό σε μια εποχή που οι κοινωνίες αναζητούν τρόπους να υπερβούν τις παλιές  ιδεολογικές αυταπάτες;

Σε μια εποχή που όσα υποκείμενα   πήδηξαν ‘έξω’ από το βαγόνι της κατανάλωσης και του περιττού ξοδέματος χρόνου/χρήματος, περιπλανώνται διαδικτυακά σε έναν λαβύρινθο πληροφόρησης και φόβου ταυτόχρονα;

Στην σύγχρονη ανάλυση της πολιτικής φιλοσοφίας μάλλον είναι  ανώφελο να εξαντλείται κανείς στο σκηνικό του διπολικού συστήματος  κράτους –αγορών. Μάλλον είναι  ανέφικτο να ψάχνουμε  μετα-φιλελεύθερες  ή μετα-σοσιαλιστικές δομές επανεκκίνησης των οικονομιών και των κοινωνιών. Οι λόγοι;

Το μεν Κράτος είναι ένα τεχνητό, καταπιεστικό και παράλογο φορτίο στην πλάτη της κοινωνίας, ένας πολυεπίπεδος γραφειοκρατικός οργανισμός που μέσω ενός φάσματος πειθαναγκαστικών πρακτικών, δεσποτικά ,με θρησκευτική δομή θα λέγαμε, ηγεμονεύει ως μεταφυσικός αναδιανομέας πλούτου και απονομής κοινωνικής δικαιοσύνης. Θρέφει και θρέφεται από μια θεσμική  πολιτική τάξη που βαθμιαία γιγαντώνεται αφού το θεωρεί  λάφυρο. 

Οι δε Αγορές, απρόσωπο και σχεδόν ‘φαντασιακό’ συλλογικό  υποκείμενο που,  με την ισχύ της πλανητικής κυκλοφορίας αληθινού και εικονικού χρήματος εισβάλλει βίαια στο κοινωνικό σώμα, στην ουσία μετακινούν ταχύτατα  και αλόγιστα, περισσότερο το παρασιτικό/αδρανές  κεφάλαιο και λιγότερο  το ‘κοινωνικά χρήσιμο’ (ως οξυγόνο ανάπτυξης και απασχόλησης).

Στο δε τελικό ισοζύγιο ωφελιμότητας  γίνονται η αιτία για δημιουργία κοινωνικών ανισοτήτων και καταπιεστικών συνθηκών στις ευρείες μάζες ( αλλιώς δεν  δημιουργείται υπεραξία και υπεραπόδοση..)  

Όσοι υπέρμαχοι της εύρυθμης και αποτελεσματικής λειτουργίας των αγορών δεν κατανοούν ότι  η υπερ-φιλελευθεροποίηση και η υπερεθνική διακίνηση κεφαλαίων δεν μείωσαν αλλά αύξησαν τις κοινωνικές ανισότητες, ας αναζητήσουν τους υψηλούς  βαθμούς συσχέτισης μεταξύ της απορύθμισης (και της ελευθερίας κίνησης κεφαλαίων) με τις τραπεζικές, νομισματικές, δημοσιονομικές και –ως φυσικό επακόλουθο- τις εμπορικές κρίσεις (που έφεραν  τα κοινωνικά δράματα της τελευταίες δεκαετίας).

Χρειαζόμαστε όχι μόνο μια πολιτική που θα τραβήξει το χαλινάρι στην νέα ελίτ των  διαχειριστών υπερ- μοχλευμένων κεφαλαίων, αλλά και μια πολιτική ελέγχου και ρύθμισης αρχών και κανόνων στις ροές του χρήματος, εικονικού και πραγματικού. Μια συννενόηση δηλαδή μεταξύ κυβερνήσεων-κεντρικών τραπεζών, που τόσο αποφεύγεται.

Ας μην εθελοτυφλούμε άλλο μπρστά στην μονεταριστική realpolitik  του σύγχρονου οικονομικού συστήματος. Με την μορφή ενός δικτύου, αντί μιας αυστηρής ιεραρχίας, με πολύπλοκα δίκτυα ελέγχου παρακολούθησης, πειθαναγκασμού και διοίκησης, μας κυβερνούν οι απρόσωπες εξουσίες, οι περίφημες Αγορές, πάντα μέσω της ελευθερίας επιλογής  και συμμετοχής μας σε αυτές!

Κάπου εδώ αναβιώνει το παλιό και γνώριμο ερώτημα: πώς τα όρια μεταξύ αγοράς και κράτους, καταρρέουν χωρίς να έχουν προηγουμένως προσδιοριστεί ως ‘κοινωνικά χρήσιμα (σημ:  Ο Λαντάουερ έλεγε ότι το κράτος είναι μια κοινωνική σχέση και την καταστρέφουμε ή την θρέφουμε, φτιάχνοντας εμείς οι ίδιοι την βάση της εθελούσιας υποτέλειας μας).

Όπως ακριβώς θρέψαμε σαν άτομα, με πρόσχημα το αντίτιμο της ασφάλειας, το πατερναλιστικό δίχτυ ασφαλείας της κρατικής παρουσίας στην θέσμιση του συλλογικού μας ( ένα μόνιμο θεσμικό ασφάλιστρου κινδύνου της ελευθερίας μας), έτσι τροφοδοτήσαμε την αχαλίνωτη κερδοσκοπία μιας άρχουσας τάξης παρασιτικών μεσαζόντων μεταξύ του κοινωνικού πλούτου και της ολιγαρχικής συγκέντρωσής του. Πλούτο που αναδιανείμουν οι ελεγκτές του (και ταυτόχρονα συσσωρευτές) μέσα από το καζίνο των χρηματαγορών του βραχυπρόθεσμου κέρδους.

Χρειαζόμαστε πλέον μια θέσμιση της μετα-πολιτικής ώστε να τοποθετηθούμε στο ιδεολογικό ερώτημα κράτος ή αγορές. Το ζητούμενο είναι ο επαναπροσδιορισμός της αξίας του ανθρώπινου μόχθου, του κοινωνικού και ατομικού χρόνου και της αναγκαίας αναδιανομής του παραχθέντος πλούτου, από τους πάνω προς τους κάτω.

Γιατί οι ‘από κάτω’ αυξάνονται επικίνδυνα ως πρώτη ύλη κοινωνικής  ανάφλεξης. Και οι ολοένα και λιγότεροι πλέον ‘από  πάνω’ συγκεντρώνουν επικίνδυνα περισσότερη ισχύ και πλούτο, ως καύσιμη ύλη μιας αναπόφευκτης εκκίνησης  κοινωνικής εντροπίας.

Η ενεργειακή αναδιανομή των υλικών και διανοητικών δυνάμεων σε οικονομίες και κοινωνίες, τόσο σε τοπικό όσο και σε διεθνικό επίπεδο , έχει φθάσει στα όρια της. Και μπορεί να μην ζούμε τα όρια του ισχυρού καπιταλιστικού μοντέλου οικονομικής ανάπτυξης, όπως βιάζονται οι θιασώτες κολλεκτιβιστικών οραμάτων να διαλαλούν, αλλά σίγουρα όμως ζούμε τα όρια του ανίσχυρου κοινωνικού μοντέλου ευτυχίας και προόδου.

Και όταν δεν υπάρχουν ανάκτορα, όταν δεν υπάρχουν εμφανείς βασιλιάδες, οι κοινωνίες αυτοθυματοποιούνται και μένουν αδρανείς, ως χρήσιμα στάσιμα υλικά σχεδιασμού των ελεγκτών της παγκόσμιας κυκλοφορίας του πιο σπάνιου αγαθού της σύγχρονης εποχής: του χρήματος...