Για όνομα της Θεοτόκου

Του MAN. XATZHMAΛΩΝΑ

Μίαν αυγουστιάτικη Κυριακή, λίγες ημέρες πριν πάρω όπως πολλοί ξανά τον δρόμο της ξενιτιάς, θέλησα να εκκλησιαστώ οικογενειακά στον ιερό ναό Κοιμήσεως της Θεοτόκου στην Λίνδο.

Δεν θα μπορούσα να προβλέψω ότι αυτή η εγκάρδια επιθυμία για λίγες προσωπικές στιγμές, θα με έκανε να προβληματιστώ δημόσια.  

Ήταν η πρώτη φορά που βρισκόμουν εντός του ασύλητου και εντυπωσιακού αυτού χώρου. Οι ολοζώντανες τοιχογραφίες του 13ου αιώνα, οι λιγοστές αχνές φιγούρες πιστών μέσα από θυμιάματα και οι μπάσοι βυζαντινοί φθόγγοι ζωντάνευαν στο πρωινό φως στιγμές αλλοτινής δόξας.

Προϊόντος του μισεμού που πλησίαζε από τη μία και της ευλάβειας που με κυρίευσε από την άλλη, αισθάνθηκα την ανάγκη να κοινωνήσω.

Στάθηκα με την μητέρα μου στην στοίχιση των πιστών μερικά μόλις βήματα πριν τον ιερέα που κοινωνούσε τους τελευταίους μπροστά μας.

Αίφνης, παρατηρώ μια σκοτεινή φιγούρα να κινείται προς το μέρος μου. Γυρνώ και βλέπω έναν σωματώδη κύριο με μούσι και μαύρο κοντομάνικο μπλουζάκι να με πλευρίζει, να με πιάνει από τον αγκώνα και να με ρωτά:

«Είστε βαπτισμένος Χριστιανός Ορθόδοξος;»
- Ορίστε; Τί σημασία έχει;     
Σχεδόν άναυδος απαντώ.

«Αν δεν είστε είμαι υποχρεωμένος να μη σας αφήσω να μεταλάβετε, κατ’ εντολή του ιερέα.»
Πρώτη καμπάνα.

Η καημένη μάνα μου παραδίπλα δεν πιστεύει στα αυτιά της και με σκουντά να μην αντιδράσω.
Αλλά δεν μπορώ.

- Δηλαδή δεν θα μπορούσα να είμαι ένας οποιοσδήποτε πιστός που αισθάνθηκε την ευλάβεια να λάβει τη θεία κοινωνία; «Όχι. Απαγορεύεται.»

- Τότε θα πρέπει να με σταματήσετε.

Του είπα ενώ προχώρησα προς τον ιερέα που κοινωνούσε. Πιστεύω αν δεν τον είχα κοιτάξει σαν να μου είχε μόλις βρίσει την Παναγία θα με έπιανε, έτοιμος ήταν, από το μπράτσο να με ξεπροβοδήσει.

Με την άκρη του ματιού μου τον είδα να βρυχάται χαμηλόφωνα οπισθοχωρώντας στην σκοτεινή γωνιά απ’ όπου ξεπρόβαλε.

Προς έκπληξη και καλή μου τύχη, το συναίσθημα συγκίνησης κι ευλάβειας που προϋπήρχε υπερτέρησε της αγανάκτησης μου.

Σε αυτό συνέβαλαν και τα διεισδυτικά μάτια του ιερέα μπροστά μου:
«Τι κάνεις; Καλωσόρισες» μου είπε ενώ ο μπροστινός πιστός μου παρέδιδε τα μάκρα.  

- Δεν σας αναγνώρισα πάτερ, χαίρομαι πολύ που σας βλέπω.
«Μεταλαμβάνει ο δούλος του Θεού»    

- Εμμανουήλ. «Να μείνεις μετά να πιούμε καφέ»

- Μετά χαράς.

Με τον ιερέα Σπυρίδωνα είχαμε ένα κοινό και σοβαρότερο καλοκαιρινό βίωμα πριν ακριβώς δέκα χρόνια στην Μονή Θάρρι, όταν εγώ άρτι αφιχθείς από Αγγλία και μόνο μερικές ημέρες πριν ξεκινήσω τη στρατιωτική μου θητεία, είχα αναλάβει να κάνω ένα φωτορεπορτάζ στις πυρκαγιές που για μέρες μαίνονταν στο νησί.  

Θυμάμαι, φτάνοντας στη Μονή λίγο πριν περικυκλωθούμε από τρία μέτωπα φωτιάς που είχαν διασταυρωθεί στην περιοχή λόγω των ισχυρών ανέμων, αντάμωσα για πρώτη φορά την αφοπλιστική ματιά του Πάτερ Σπυρίδωνα, ο οποίος εναγωνίως έφερε υπό μάλης και καλυμμένη με πανιά την αρχαιότερη εικόνα της Παναγίας στην Μονή για να την περισώσει.

Καπνός και θερμοκρασία ήταν τόσο αποπνικτικά που όλοι μας, γύρω στους εβδομήντα εθελοντές πυροσβέστες από όλη τη χώρα, τους τότε Περιφερειάρχη και Στρατηγό, τους βοηθούς τους και μια μικρή ομάδα πολιτών περιφερόμασταν άταχτοι, έντρομοι και σκυφτοί με καλυμμένα τα πρόσωπα μας σε κατάσταση πανικού για τουλάχιστον μία ώρα.

Θυμάμαι σαν τώρα τον Πάτερ Σπυρίδωνα να φωνάζει από την πύλη της Μονής προς τα έξω με σπασμένη απ’ τον καπνό φωνή

«Μη φοβάστε παιδιά, δε θα μας αφήσει η Παναγιά να καούμε, μη φοβάστε», και γυρνώντας σε μένα να λέει
«έτσι δεν είναι παιδί μου; αν είναι θέλημα Θεού θα σωθούμε».

Δε θα ξεχάσω τη βαθιά γλυκιά εντύπωση που μου άφησε αυτός ο πρώτος Έλληνας άνθρωπος με τον οποίο ήρθα σε τόσο στενή επαφή και υπό τέτοιες συνθήκες, σε αντίθεση με τις πιο χλιαρές και «καθωσπρέπει» σχέσεις που συνήθως βιώνει κανείς σε μια μεγαλούπολη όπως το Λονδίνο.

Ένας άλλος λόγος που δε θα ξεχάσω εκείνη την ημέρα είναι που απέκτησα μια μόνιμη αναπηρία σε δάκτυλο του δεξιού χεριού φτυαρίζοντας φωτιές.. για χάρη της Παναγιάς.

Πίσω ξανά στην Λίνδο.

Μετά το πέρας της λειτουργίας, στον προθάλαμο του ναού αντάμωσα ξανά τον πελώριο ορθόδοξο «πορτιέρη» που ήθελε να δώσει συνέχεια στην κατηχητική υπαγόρευση.  

Με μια ομολογουμένως εντυπωσιακή χροιά φωνής βυζαντινού αναγνώστη, ο κατά ‘πολλά-κιλά-περισσότερος-χριστιανός’ κύριος Κώστας προσπαθούσε να με πείσει για το μεταβατικό καθεστώς της περίπτωσης μου και σε τι βαθμούς θα καιγόμουν στο καθαρτήριο.

«Να ξέρετε πως εξαιτίας σας δεν μετέλαβα γιατί με κάνατε να αμαρτήσω που σας άφησα να περάσετε ενώ έχετε αιρετικές πεποιθήσεις».

Ξεκίνησα να τον ρωτάω για το ποιος ερμήνευε τις γραφές για να κρίνει πόσο φόβο ή πίστη είχε μέσα του κάποιος προσεγγίζοντας το ιερό για να κοινωνήσει, και για τι ποσοστό οριτζινάλ ορθοδόξων τελικά θα κατάφερνε να περάσει το φονταμενταλιστικό φεις κοντρόλ του ναού στις μέρες μας. Σίγουρα όχι μεγάλο, όπως άλλωστε πρόδιδε η προσέλευση κόσμου στην λειτουργία, αλλά ούτε και ανομοιογενές αφού μόνο «καθαροί Έλληνες» μπορεί να είναι ορθόδοξοι εδώ που τα λέμε*.   

Προσπάθησα να του εξηγήσω μάταια ότι, χώρια των διαφορών στην αντίληψη μας οι πρακτικές διαχωριστικών γραμμών μέσα σε μια εκκλησία και μάλιστα εν ώρα λειτουργίας μόνο κακό μπορούν να κάνουν ατομικά αλλά και εις βάρος του τόσο πολύτιμου κοινού συναισθήματος που χαρακτηρίζει και τελικά εξυψώνει το εκκλησιαστικό σώμα.

{Σαν να βλέπω τώρα το πρόσωπο του παππού μου Παύλου Πετρίδη να σκοτεινιάζει όταν εξιστορούσε πως μετά την απελευθέρωση της Δωδεκανήσου, στο μητροπολιτικό ναό του Ευαγγελισμού μόνο στους πιστούς ‘εξ Αθηνών’ επιτρεπόταν να μπουν από την κυρία είσοδο, ενώ όλοι οι υπόλοιποι Ροδίτες σπρώχνονταν από την πλαϊνή.

Την «απόλυση» τελικά την έδωσε ο πάτερ Σπυρίδων ο οποίος κατευναστικά δήλωσε ότι και οι δύο έχουμε δίκιο και ωσάν διαιτητής μας παρέπεμψε να τα κουβεντιάσουμε όλα στον καφέ που θα ακολουθούσε.

Τον καφέ τελικά δεν τον ήπιαμε γιατί το πρόγραμμα της Κυριακής εκείνης δεν συνέβαλε στον συντονισμό μας.

Αυτό όμως που μου έμεινε είναι το εξής και ανήμερα της γιορτής της Θεοτόκου μου ήρθε να το εκφράσω, εξομολογητικά, σαν έσχατος χριστιανός κι εγώ.  

Ναι βαπτίστηκα Χριστιανός Ορθόδοξος, αλλά δεν κατανοώ ούτε και μπορώ να αναγνωρίσω το χριστιανικό δόγμα στο έπακρό του με την λογική που μου κληροδότησε ο καλός Θεός, έτσι όπως το ερμηνεύει ο κάθε ιερωμένος που συναντώ, ανεξαρτήτως βαθμού. Για να λέμε την αλήθεια, πόσω μάλλον όταν ούτε και μεταξύ τους φαίνεται να έχουν απόλυτη σύμπνοια. Φτάνει να παρατηρήσει κανείς πόσα σχίσματα περιέχει η Ορθόδοξη εκκλησία.

Δεν το αντιπαλεύομαι όμως στην πηγή του γιατί έχω μια πολύ προσωπική εμπειρία και σχέση με όλα αυτά τα ανθρωπινά και συγκινητικά που το αποτελούν στην κοινωνική του βάση. Όπως λόγου χάρη η προσωπική μου σχέση με τον Πάτερ Σπυρίδωνα.

Σε μια χώρα ορφανή εδώ και χρόνια από ένα θετικό υγειές κοινό συναίσθημα, η επινόηση σχισματικών δογμάτων δήθεν στο όνομα της αλήθειας και της δικαιοσύνης είναι μάλλον ανόητη αν όχι αυτοκαταστροφική για ότι ακόμα στέκει ορθό σε αυτή την χώρα.

Ακόμα και αν υποθέσουμε ότι πρέπει να αλλάξει η εξυγιανθεί κάτι ριζικά στα ήθη και τα έθιμα της κουλτούρας μας, αυτό θα πρέπει να γίνει στον σωστό χρόνο και τόπο και ΟΧΙ στον λάθος. Δεν καταδικάζεται μια πράξη πριν δικαιωθεί η ορθότητα ποινικοποίησής της, όπως δεν καταλύεται μια Δημοκρατία επειδή ίσως προέκυψε από λανθασμένες επιλογές των μελών της, όπως δεν χειραγωγείται ή παρεμποδίζεται η πίστη όταν πια ακουμπά στο στέρνο της πηγής της.

Όπως εγώ δεν μπορώ να ζητήσω να αλλάξει το δοξαστικό τυπικό ή κάποιο άλλο έθιμο επειδή δεν βλέπω την ουσία του, έτσι δεν μπορεί κάποιος να με παρεμποδίσει να λατρέψω με τον τρόπο που εγώ αντιλαμβάνομαι τον Θεό μου.

Έλεος.

Και αν είναι ένα πράγμα που ακόμα κουβαλάμε μέσα μας ως λαός, πέρα από όλα αυτά που κουβαλάμε αναγκαστικά στους ώμους μας, είναι η τάση και αντίσταση για ανοικτό διάλογο, έστω αντιλογία. Είναι ιερό πράγμα ο διάλογος, γιατί έχει να κάνει με τον δικό μου λόγο και τον δικό σου λόγο, και την μεταξύ τους διαδικασία που οδηγεί στην δικαίωση, στο δίκιο.

Όλα τα άλλα, είναι αυταρχισμός και αγοραφοβία.

Είμαι ευγνώμων στον κύριο Κώστα που κατά τα άλλα μου φάνηκε καλοκάγαθος με έντονη την αγωνία να είναι χρήσιμος. Γιατί άνοιξε διάλογο εκεί που δεν υπάρχει εδώ και αιώνες. Μπορεί να το έκανε με τον λάθος τρόπο και τη λάθος στιγμή, αλλά το έκανε και του είμαι ευγνώμων γιατί με προέτρεψε να προβληματιστώ και να εκφραστώ.

Για το ποιος είχε τελικά δίκιο, ας το κρίνουν οι λοιποί εν Χριστώ αδελφοί.

*Μετά το συμβάν, κάποιοι μάλλον κακοπροαίρετοι μου μαρτύρησαν μια περίπτωση όπου σχολεία είχαν επισκεφθεί την εκκλησία, και ο Πάτερ πριν μεταλάβει τα παιδιά βγήκε και είπε «όλα τα Αλβανάκια να περάσουν έξω» όντας αβάπτιστα. Δεν μπορώ να το πιστέψω, αλλά όταν ξαναδώ τον Πάτερ Σπυρίδων θα φροντίσω να τον ρωτήσω και να μάθω.