Η ξεχασμένη ουτοπία της Ιαλυσού

Κείμενο και φωτογραφίες: Ευάγγελος Χριστόφορος Τυρόγλου

Λογοτεχνικός Μεταφραστής / Συντάκτης Photo editing: Καλλιόπη Βουτζαλή


Συχνά μας αποκαλούν στοιχειωμένα, ακατοίκητα, και ενίοτε βρομερά. Δήμαρχοι και κλητήρες δεν μας επισκέπτονται πια, οι ταχυδρόμοι δεν αφήνουν τα γράμματα στο πλατύσκαλο. Περαστικοί και περίοικοι αδιαφορούν για τη σιωπή μας. Τα δέντρα και τ’ αγριόχορτα οργιάζουν άναρχα στους κήπους μας, τα λουλούδια δεν βρίσκουν χώρο να μας χαρίσουν τις μυρωδιές τους.

Οχήματα ιδιωτικής χρήσεως και φορτηγά παντός τύπου κορνάρουν αδιάφορα δίπλα μας, περιστέρια πετούν από πάνω μας ραίνοντάς μας με ακαθαρσίες. Τα παραθυρόφυλλα ανοιγοκλείνουν με τις ριπές του ανέμου, το ξύλο φαγώνεται αργά αλλά σταθερά από το σαράκι και την υγρασία.

Οι πόρτες μας είναι καλά σφραγισμένες, προσφέροντας αδιάλειπτη προστασία στα μυστικά και τα ψέματα που φέρουμε μέσα μας. Μέσα μας. Άδεια είμαστε μέσα μας. Εχθές περνούσαν απ’ έξω κάτι στρουμπουλές κυρίες καθ’ οδόν προς την εκκλησία, και μας αποκάλεσαν ερείπια. Προχθές κάτι εργάτες της Εταιρείας Ύδρευσης δήλωναν με στόμφο ότι χρήζουμε κατεδάφισης. Μέρα με τη μέρα, μήνα με το μήνα, οι εχθροί μας θεριεύουν, καταφέρονται εναντίον μας, ζητούν τον αφανισμό μας.

Ημείς, τα παλαιά και κατ’ εξαίρεσιν υπάρχοντα, δεν είμαστε πια παρά αριθμοί. Κομψοί αριθμοί όμως, σμιλεμένοι πάνω σε πλακίδια με περίτεχνα σχέδια της θρυλικής κεραμοποιίας Icaro Rodi. Τότε μας τοποθετούσαν δίπλα στις βαριές αυλόπορτες που συνήθως έφεραν πάνω τους τα αρχικά των κτητόρων μας. Κάθε Ιούνη, θυμόμαστε πάντα τον αφανισμό ενός παλιού μας κτήτορα που μας είχε αδυναμία. Ιούνης ήταν και ‘κείνη τη μέρα, χρόνια πριν. Ένα δειλινό ακούσαμε ξαφνικά ότι ο Κωνσταντίνος και η Φαίδρα σκοτώθηκαν. “Ο κύριος Χατζηκωσταντής και η σύζυγός του έχασαν τη ζωή τους σε τροχαίο ατύχημα σήμερα, 14 του μήνα”, έγραφαν οι εφημερίδες. Σιωπήσαμε.

Ο άλλοτε κραταιός ιδιοκτήτης της Κεραμοποιίας “Ίκαρος” πήρε μαζί του τους τελευταίους αριθμούς του νησιού, τα φαντάσματα των οποίων κατοικοεδρεύουν ακόμα στις εσοχές μας. Εμείς είμαστε, τα παλαιά και κατ’ εξαίρεσιν υπάρχοντα, με το νούμερο 13, 15 και ούτω καθ’ εξής.

Εφ’ εξής φυτοζοούμε δίχως χαρτιά, συμβόλαια και ταυτότητες. Κανείς δεν μας ρωτάει αν πεινούμε, αν διψούμε, αν κρυώνουμε. Οι προσωπικές μας ιστορίες είναι τόσο όμοιες και τόσο διαφορετικές.
 


Οι άνθρωποί μας μάς άφησαν έρημους για λόγους πολλούς: Κάποιοι μετοίκισαν στον άλλο κόσμο, άλλοι έφυγαν σε μέρη μακρινά, κάποιοι άλλοι μας κληρονόμησαν ανεπιθυμήτως ή ανεπαισθήτως εις την καθαρεύουσαν, δίχως πόρους να μας συντηρήσουν.

Τα τροπικά επιρρήματα έχουν καταντήσει οι πιο πιστοί μας φίλοι, τα “κοσμητικά” επίθετα των δημοσίων κατηγόρων μας περιφρουρούν την κατάντια μας. Οι πρόσκαιροι “φίλοι” μας υπόσχονται κατά καιρούς να μας αναγεννήσουν, να μας σώσουν από τα στοιχειά που προωθούν τον επικείμενο θάνατό μας. Όμως κι αυτοί πολύ σύντομα μας ξεχνούν μέσα στα πολυτελή τους γραφεία με τις εικόνες δαιμόνων και αγίων σπαρμένες στους τοίχους.

 

 

Κι οι δικοί μας τοίχοι; Ήταν κι αυτοί κάποτε σπαρμένοι με πίνακες του Γύζη, με περίτεχνα κεντήματα και μεταξωτές ταπετσαρίες από τη Γένοβα και το Μιλάνο. Ήταν και τα δικά μας δωμάτια σπαρμένα στην πολυτέλεια, με σκαλιστά σεκρεταίρ από ξύλο οξιάς και πολυθρόνες της μπελ επόκ.

Βλέπαμε πολλά μέσα μας, είχαμε πολλά μέσα μας, σφραγισμένα. Υπήρξαμε μάρτυρες αυτού που αποκαλούν “η ζωή κατ’ ιδίαν”, όμως λόγω “φερεγγυότητος" μας έχει απαγορευθεί να μιλήσουμε. Ψευδόμαστε διαρκώς. Γνωρίζουμε τα πάντα, αλλά είμαστε καταδικασμένοι στην απραξία του λόγου.

Όλοι αυτοί που έζησαν μέσα μας, μας έδωσαν ευχή και κατάρα να μην βγει τίποτα παραέξω. Ούτε ονόματα, ούτε χαρές ή σκάνδαλα. Ακόμα και οι λιγοστές φωτογραφίες των νεκρών που έχουν απομείνει στους τοίχους μας λες και έχουν καλυφθεί από ένα πέπλο ομίχλης που μόνο μια θεϊκή παρέμβαση θα μπορούσε να ξεσκεπάσει. Υπάρχει όμως μια φωτογραφία που δεν μοιάζει με τις υπόλοιπες.

 

 

Σαν από θαύμα, επέζησε από την υγρασία και τη μούχλα και στέκει αγέρωχη στην κεντρική σάλα, απέναντι απ’ το εκκρεμές. Μια γυναικεία φιγούρα κοιτάζει εξονυχιστικά μέσα από το τζάμι, τείνοντας τα χέρια της προς τον φακό λες και θέλει να σπάσει τα δεσμά του κάδρου και να βγει έξω. Κάτω δεξιά είναι χαραγμένη με πένα μια ημερομηνία και μια μοναδική λέξη: “1912, Μέμνησον”.

Η γυναίκα αυτή, που πάντα την μνημονεύουμε, μας ζητάει χρόνια τώρα ν’ αποκαλύψουμε τ’ όνομά της, αλλά εμείς βράχοι. Δεν βγάζουμε άχνα. Ξέρουμε ότι οι άνθρωποι φοβούνται και τον ίδιο τους τον ίσκιο σε όλη του τη μεγαλοπρέπεια.   

 

 

Ομοίως μεγαλοπρεπείς με τον ίσκιο των ανθρώπων όμως ήταν και οι δεξιώσεις μας. Ο οίνος από τ’ αμπέλια του νησιού έρεε άφθονος, τα κρύσταλλα Βοημίας γυάλιζαν δίπλα στα κηροπήγια. Τα επιστήλιά μας και τα αετώματα παρατηρούσαν τον ουρανό λες και ήταν πρίγκιπες που δεν τον είχαν ανάγκη. Επιζητούσαμε διακαώς τη συνεχή ευθεία γραμμή και τη γυμνή, παρθένα επιφάνεια, διατηρούσαμε μιαν ερωτική σχέση με τις τεράστιες Δωρικές κιονοστοιχίες που ενέπνεαν απεραντοσύνη.

Το κορμί μας ήταν νεοκλασικό, το ίδιο και η ψυχή μας. Διάφοροι ειδήμονες της συμφοράς και πολιτικάντηδες των χωρίων μάς κατηγορούσαν συχνά για τέρψη προς τη νεκροφιλία και τον ρομαντισμό των ερειπίων, όμως εμείς δεν τους δίναμε σημασία. Γνωρίζαμε ότι οι κίονές μας ήταν απόγονοι αρχαίων ελληνικών ναών, και η λιτή μας επιφάνεια θύμιζε το κάλλος ενός γυμνού σώματος.

Αυτά τότε, στο ουχί μακρινό παρελθόν εις την ιστορίαν του σμαραγδένιου νησιού. Τώρα όμως, η δική μας πεπερασμένη καθαρεύουσα δεν συνάδει με τα “χρηστά” ήθη της υπεραγίας και αδιάφθορης παγκοσμιοποίησης. Ολόγυρά μας, το φυσικό τοπίο και το οικοσύστημα καταστρέφονται μέρα με τη μέρα από την άναρχη δόμηση “σύγχρονων” κτηρίων. Περιστοιχιζόμαστε από μπετόν αρμέ, μέταλλο και γυαλί, θρηνούμε το τέλος του πολιτισμού σε μια εποχή μολυσμένη από τη λάθος χρήση της τεχνολογίας και την εγωπαθή ωραιοπάθεια όσων την χρησιμοποιούν.

 

 

Η ομορφιά έγκειται στην απλότητα, τη  σωστή αναλογία και την αρμονία με τη φύση. Η διατάραξη της ισορροπίας μεταξύ φυσικού τοπίου και αρχιτεκτονικής αποτελεί καθαρό βιασμό. Τον δικό μας βιασμό.

Επάνω στις σάρκες μας βυσσοδομούν πολιτικοί μηχανικοί και εργολάβοι, διαπλεκόμενοι νεόπλουτοι με καλογυαλισμένα κοστούμια και πανάκριβα γερμανικά αυτοκίνητα που χρησιμοποιούν ως άλλοθι τις διδακτορικές τους διατριβές. Είναι οι αιώνιοι εχθροί μας, οι βασανιστές μας, αυτοί που σχεδιάζουν τον τελειωτικό μας αφανισμό.

Υπάρχουν όμως και κάποιοι που εν μέρει διαταράσσουν τις αρρωστημένες ορέξεις των διακορευτών μας. Κρατούν συνήθως ευμεγέθεις φωτογραφικές μηχανές, και περιμένουν υπομονετικά το τελευταίο φως της ημέρας για ν’ απαθανατίσουν τις παλιές μας δόξες.

Πριν από μέρες, είδαμε έναν απ’ αυτούς να μας πλησιάζει κατά το σούρουπο —ένας άνθρωπος απροσδιορίστου ηλικίας με μπλε καπέλο και φωτογραφικό φακό τελευταίας τεχνολογίας. Φαινόταν ξένος. Στο πρόσωπό του διέκρινες ένα είδος συστολής, που ίσως και να μεταφραζόταν σε θλίψη για την κατάντια μας. Ο τρόπος που μας κοιτούσε όμως πριν στοχεύσει… Όχι, δεν ήταν οίκτος.

 

 

Ήταν κάτι άλλο, κάτι που κανένας φωτογράφος δεν είχε ξανακάνει πριν. Μέρες τον βλέπαμε να χαϊδεύει τους τοίχους μας, ν’ αγγίζει τις ρωγμές μας, να στέκει άφοβος μέσα στο σκοτάδι μας. Μέρες αναρωτιόμασταν ποιος είναι αυτός ο ξένος που μας αγάπησε περισσότερο απ’ τους δικούς μας ανθρώπους.

 

 

Αυτός ο άγνωστος άνθρωπος μας χάρισε την ουτοπία της ελπίδας. Αργά τη νύχτα, όταν τα αυτοκίνητα έχουν λιγοστέψει και τα φώτα των δρόμων θαμπώνουν απ’ την υγρασία, βλέπουμε όνειρα, και ενίοτε οράματα. Βλέπουμε ότι αναγεννόμαστε απ’ τις στάχτες μας, ότι αυτό που ζούμε τώρα είναι απλώς ένας εφιάλτης που θα τελειώσει ανά πάσα στιγμή.

Βλέπουμε ότι οι νεκροί αναστήθηκαν και γύρισαν πάλι σε μας. Βλέπουμε τις ομιχλώδεις διαθήκες, και τους μπερδεμένους κληρονόμους να υπογράφουν συμβόλαια υψηλής κυριότητας και ν’ ανοίγουν και πάλι τις πόρτες μας.

 

 

Βλέπουμε χτιστάδες, μπογιατζήδες και λογής εργάτες να σουλουπώνουν το εξωτερικό μας περίβλημα, μαρμαράδες και διακοσμητές να φροντίζουν τον εσωτερικό μας κόσμο. Κι έρχονται μέρες που ελάχιστα απ’ αυτά τα όνειρα γίνονται πραγματικότητα, και αναγεννόμαστε και πάλι απ’ τις στάχτες μας.

Τράπεζες μας αγοράζουν και μας χρησιμοποιούν ως υποκαταστήματα των εργασιών τους, μυριάδες πόδια τσαλαπατούν τα κομψά μας μάρμαρα περιμένοντας σε ατέλειωτες ουρές ταμείων. Αυτό είναι το τίμημα της παροδικής μας αναγέννησης: Να υπομένουμε τη βεβήλωση και τον εξευτελισμό προς αποφυγήν των μυρίων κακών, που συνήθως έπονται. Παρ’ όλ’ αυτά, ημείς και η καθαρεύουσα δεν πτοούμεθα.

 

 

Συνεχίζουμε να ονειρευόμαστε μπουλντόζες, πολλές μπουλντόζες να γκρεμίζουν την ασχήμια γύρω μας.
Για ν’ αντέξουμε την ασχήμια των ατέλειωτων ημερών κατοχής απ’ τους αγρίους, πέφτουμε σε λήθαργο όταν ο ήλιος λάμπει. Και μονολογούμε τα ονόματα όλων αυτών που έζησαν μέσα μας το κλισέ σε όλη του τη μεγαλοπρέπεια.

Και ενθυμούμεθα —δίχως να το μαρτυρούμε— τους γάμους, τις κηδείες, τις λαθραίες συνευρέσεις στο πλυσταριό, τις γέννες και τις αποβολές. Ενθυμούμεθα τις υποσχέσεις που δώθησαν ανεπιθυμήτως ή ανεπαισθήτως, μα σύντομα έγιναν όλες τους σκόνη.

 

 

Κι εμείς θα γίνουμε σκόνη κάποτε. Το πότε δεν το ξέρει κανείς. Αλλά ακόμα κι έτσι, θα αιωρούμαστε πάνω απ’ τις στάχτες μας ως μικροσκοπικά σωματίδια, ως άχρονοι συνεχιστές του ένδοξου παρελθόντος. Κι εκείνος ο άγνωστος με το μπλε καπέλο και τον φωτογραφικό φακό ίσως να ζει ακόμα για να δείχνει στους υπολοίπους πώς ήμασταν, ποιοι ήμασταν.

Μια νύχτα του Αυγούστου, λίγο πριν την επικίνδυνη πανσέληνο, μας επισκέφθηκε και πάλι. Μας έριξε μια κλεφτή ματιά, κι ύστερα έφυγε. Κανείς δεν τον ξαναείδε, κανείς μας δεν ξανάνιωσε τα χέρια του να χαϊδεύουν τους τοίχους μας, ν’ αγγίζουν τις ρωγμές μας.

Ακόμα τον περιμένουμε να ξαναφανεί, αυτόν τον ξένο. Θα τον περιμένουμε όσο χρειαστεί, έως να μας αφανίσουν οι εχθροί μας, έως να μην μείνει ούτε σκόνη από μας. Δεν φοβόμαστε πια, ίσως γιατί κατά βάθος ξέρουμε ότι ο ξένος αυτός ήταν στην ουσία ένα φάντασμα. Και τα φαντάσματα δεν φοβούνται τα φαντάσματα. Ευημερείτε!

 

 

[Το παρόν αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας. Ο συντάκτης και η «ΡΟΔΙΑΚΗ» Εφημερίδα δεν φέρουν καμία ευθύνη για τυχόν ομοιότητες με ανθρώπους (ζώντες και νεκρούς) και πραγματικά γεγονότα. Ο συντάκτης θα ήθελε επίσης να ευχαριστήσει τους ευγενέστατους κατοίκους του “πράσινου σπιτιού” της Ηρακλειδών 5 στην Ιαλυσό που τόσο πρόθυμα δέχθηκαν να φωτογραφηθεί η οικία τους, καθώς και όλους τους νεκρούς στα Τριάντα, την Ιξιά και την Ιαλυσό που του επέτρεψαν να “εισχωρήσει”, έστω και για λίγο, στον αλλοτινό τους κόσμο].