Δημήτρης Γάκης: «Μεσαιωνική Πόλη της Ρόδου: Για ένα νέο ξεκίνημα!»

Άρθρο του βουλευτή Δωδεκανήσου Δημήτρη Γάκη


Τουρισμός – πολιτισμός – βιώσιμη πόλη

Το φετινό φθινόπωρο αποτέλεσε ένα ορόσημο στην πορεία της Χώρας την τελευταία δεκαετία. Μιας πορείας που σημαδεύτηκε από τις οδυνηρές για την ελληνική κοινωνία επιπτώσεις των Μνημονίων και της Επιτροπείας.

Σηματοδοτεί την επίτευξη ενός στόχου που είχε θέσει εξαρχής η Ελληνική Κυβέρνηση για την έξοδο από την κρίση με την κοινωνία όρθια. Σήμερα, μπορούμε εύλογα να ισχυριστούμε ότι το μεγάλο στοίχημα κερδήθηκε αλλά αυτό δεν αμβλύνει τις ευθύνες όλων μας απέναντι στο μέλλον που έχουμε να σχεδιάσουμε για την ανάπτυξη τις ελληνικής οικονομίας και την πρόοδο της ελληνικής κοινωνίας.

Κάθε άλλο μάλιστα. Μπορούμε πλέον να μιλάμε για την υπέρβαση ενός συστήματος που ήταν άναρχο και κρατικοδίαιτο, που εκμεταλλευόταν την ανθρώπινη εργασία και κατέστρεφε το περιβάλλον, που σπαταλούσε φυσικούς και πόρους και εκμεταλλευόταν ανθρώπινη εργασία χωρίς καμία πρόνοια για το Μέλλον. Μπορούμε να προχωρήσουμε στη διαμόρφωση ενός μακρόπνοου σχεδίου για μια ανάπτυξη που θα είναι δίκαιη, βιώσιμη, αειφόρα.

Σε αυτήν την μεγάλη προσπάθεια θα βασιστούμε στα μεγάλα συγκριτικά πλεονεκτήματα της ελληνικής οικονομίας, το Περιβάλλον, τον Τουρισμό, τον Πολιτισμό, μέσα όμως από ένα νέο πρίσμα, με μια άλλη προοπτική, με διαφορετικούς στόχους και με νέα εργαλεία.

Πρότυπο πολιτιστικής ανάπτυξης σ’ όλη την Ανατολική Μεσόγειο

Μέσα από μια τέτοια οπτική, αξίζει να ξεκινήσουμε από σήμερα το διάλογο για ένα από τα σημαντικότερα πολιτιστικά μνημεία της Χώρας μας αλλά και ολόκληρης της Ευρώπης. Τη μεσαιωνική πόλη της Ρόδου. Αναγνωρισμένη από την UNESCO ως μνημείο παγκόσμιας

πολιτιστικής κληρονομιάς, είναι επίσης ένας από τους σημαντικότερους τουριστικούς προορισμούς, όχι μόνο για την Δωδεκάνησο και την Ελλάδα, αλλά και παγκοσμίως.

Ακριβώς γι’ αυτή της την τεράστια σημασία, είναι λάθος να επαναπαυόμαστε και να αφήνουμε τις εξελίξεις να μας προλαβαίνουν. Οφείλουμε, αντίθετα, να αναγνωρίζουμε τα προβλήματα που υπάρχουν σήμερα, έτσι ώστε να παρέμβουμε εγκαίρως και, ταυτόχρονα, να οραματιζόμαστε ένα μέλλον αντάξιο του λαμπρού παρελθόντος της.

Γιατί προβλήματα υπάρχουν. Προβλήματα που έρχονται από πολλές δεκαετίες πίσω, κληρονομιά μιας ανάπτυξης άναρχης, χωρίς σχέδιο και χωρίς προγραμματισμό. Παρεμβάσεις που αλλοιώνουν το χαρακτήρα του δομημένου περιβάλλοντος αφενός (κατάληψη των ελεύθερων χώρων και των πλατειών από τραπεζοκαθίσματα, παρεμβάσεις στην αρχιτεκτονική των κτηρίων), προβλήματα που οδηγούν τους μόνιμους κατοίκους να εγκαταλείπουν την πόλη αφετέρου και την μετατρέπουν σταδιακά σε χώρο τουριστικής αγοράς και νυχτερινής διασκέδασης (ελλείψεις στις υποδομές και στις παρεχόμενες υπηρεσίες, ποιότητα των κατοικιών, ηχορύπανση). Και αυτά δεν είναι διόλου ασήμαντα.

Γιατί για τους τουριστικούς προορισμούς με ένα τόσο σημαντικό ιστορικό και πολιτιστικό φορτίο, όπως η Ρόδος, η αυθεντικότητα και η ποικιλία των πολιτιστικών αξιών είναι εκτός των άλλων προϋπόθεση για τη διατήρηση της ελκυστικότητάς τους.

Πυλώνες ανάπτυξης

Με τα δεδομένα αυτά, οφείλουμε να κινηθούμε προς δύο κατευθύνσεις:

Πρώτο, τη διατήρηση-αποκατάσταση-ανάδειξη-προστασία του αρχιτεκτονικού και ιστορικού χαρακτήρα της Παλιάς Πόλης.

Δεύτερο, στο σχεδιασμό πολιτικών που θα ενθαρρύνουν τους μόνιμους κατοίκους να συνεχίσουν να ζουν στην πόλη τους και που θα ενισχύουν τους δεσμούς τους με το χώρο και τα μνημεία του.

Μπορούμε λοιπόν να απαριθμήσουμε με βάση αυτούς τους δύο άξονες κάποιους άμεσους ή μεσοπρόθεσμους στόχους. Ενδεικτικούς αναγκαστικά και επιγραμματικά διατυπωμένους:

Καταρχάς, την ολοκλήρωση και εφαρμογή του πολεοδομικού σχεδιασμού της Μεσαιωνικής Πόλης.

Την υιοθέτηση πολιτικών για τη χωροθέτηση των τουριστικών επιχειρήσεων και εγκαταστάσεων και τη διαχείριση των επισκεπτών με τρόπο βιώσιμο.

Την προστασία και ανάδειξη των μνημείων και του φυσικού περιβάλλοντος. Ο τουρισμός μπορεί να αναπτύξει, περισσότερο από κάθε άλλη οικονομική δραστηριότητα, συνέργειες σε αλληλεπίδραση με το περιβάλλον και την κοινωνία και προς αυτήν την κατεύθυνση οφείλουμε να κινηθούμε.

Την ενίσχυση και βελτίωση της ποιότητας ζωής για τους μόνιμους κατοίκους της Παλιάς Πόλης. Βελτίωση σε υποδομές, σε δίκτυα, σε παιδεία και υπηρεσίες υγείας αλλά και με προγράμματα για την αποκατάσταση των μόνιμων κατοικιών, με στόχο να διατηρηθεί η πόλη ζωντανή. Γι’ αυτό δώσαμε παλιότερα τη μάχη για να μην υποβαθμιστεί το 10ο Δημοτικό μέσα στην Παλιά Πόλη.

Την ευαισθητοποίηση των νέων για το θέμα της προστασίας και διατήρησης των μνημείων μέσα από ειδικά εκπαιδευτικά προγράμματα, που θα τους φέρουν σε επαφή με το παρελθόν και την Ιστορία της πόλης τους και του νησιού τους.

Την καθιέρωση ημέρας ελεύθερης εισόδου στα Μνημεία.

Την εκμετάλλευση των νέων τεχνολογιών και της πληροφορικής για την ανάπτυξη της πολιτιστικής επιχειρηματικότητας στον τουρισμό. Σε συνδυασμό με τις τεχνολογικές καινοτομίες η συνεργατική και αλληλέγγυα οικονομία μπορούν να αναπτυχθούν μειώνοντας το κόστος και αυξάνοντας την ποιότητα και προβάλλοντας τα συγκριτικά πλεονεκτήματα του τόπου μας και να συντελέσουν σε μια πιο ήπια και πιο ποιοτική τουριστική ανάπτυξη..

Την ανάληψη πρωτοβουλιών για διεθνείς συνέργειες, για τη δικτύωση και την επαφή με άλλες πόλεις στην Ευρώπη, που αποτελούν μνημεία πολιτιστικής κληρονομιάς, όπως προτείναμε για τη συγκρότηση δικτύου τειχισμένων πόλεων στον Ευρωπαϊκό Νότο. Πρόκειται για δράσεις που στοχεύουν εκτός των άλλων στην ανταλλαγή τεχνογνωσίας και καλών πρακτικών, σημαντικών για μια «άλλου τύπου» τουριστική ανάπτυξη και προβολή του τουριστικού προϊόντος.

Τέλος, αλλά όχι λιγότερο σημαντικό, οφείλουμε να διασφαλίσουμε εκείνους τους μηχανισμούς που θα επιτρέψουν στην τοπική κοινωνία να συμμετέχει στις αποφάσεις αλλά και δίνει μορφή και σχήμα στις πολιτικές, συνδιαμορφώνοντάς τις και συν-θέτοντας το πλαίσιο και τις διαστάσεις της ανάπτυξης και υιοθετώντας τους περιορισμούς που θεωρεί αναγκαίους για τον περιορισμό των αρνητικών επιπτώσεων στο φυσικό και δομημένο περιβάλλον. Το νέο θεσμικό πλαίσιο για την Τοπική Αυτοδιοίκηση ευνοεί τη συμμετοχή, τις συμπράξεις, τις συνθέσεις. Μπορεί να αποτελέσει προωθητικό παράγοντα σε σχέδια μακράς πνοής.

Ολοκληρώνοντας, μπορούμε να συνοψίσουμε ότι ανάμεσα σε μια πόλη-μουσείο και σε μια πόλη προϊόν μαζικού τουρισμού και κατανάλωσης, οφείλουμε να αναζητήσουμε τη χρυσή τομή, υπερβαίνοντας και τους δυο κινδύνους, για μια πόλη ζωντανή, φιλική προς τους κατοίκους και τους επισκέπτες της, βιώσιμη.

Μια «Έξυπνη» πόλη, που με τη χρήση της σύγχρονης ψηφιακής τεχνολογίας και οικονομίας θα ξεδιπλώσει το δυναμικό της Μεσαιωνικής Πόλης και θα ενσωματώσει αρμονικά τους πολιτιστικούς χώρους της Ρόδου στην καθημερινότητα των πολιτών και στις κοινωνικές-αναπτυξιακές και οικονομικές δραστηριότητες των νησιού.

Και αξίζει να εργαστούμε, καθένας από τη θέση του, για την επιτυχία μιας τέτοιας προσπάθειας, που μπορεί να αποτελέσει πρότυπο για τη μελλοντική ανάπτυξη ολόκληρης της Χώρας μας.