Στην πτωχευτική διαδικασία ζητά να υπαχθεί ξενοδοχειακή εταιρεία

Στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου συζητήθηκε χθες η αίτηση που κατέθεσε ξενοδοχειακή τουριστική εταιρεία της Ρόδου, ζητώντας να υπαχθεί στην πτωχευτική διαδικασία περί εξυγίανσης ανωνύμων εταιρειών.

Πρόκειται ουσιαστικά για την αίτηση που είχε καταθέσει η εν λόγω εταιρεία το καλοκαίρι του 2017 με την οποία ζητά να γίνει δεκτό το σχέδιο εξυγίανσης που έχει εκπονηθεί σε συνεργασία με τις δανείστριες τράπεζες και να επικυρωθεί η συμφωνία εξυγίανσης με τους δανειστές.
Εφόσον το αίτημα γίνει αποδεκτό με τον τρόπο αυτό θα ικανοποιηθούν οι εργαζόμενοι, οι προμηθευτές, τα ασφαλιστικά ταμεία, το ελληνικό δημόσιο αλλά και οι τράπεζες καθώς σε διαφορετική περίπτωση βίαιης εκποίησης  της περιουσίας της θα ικανοποιηθεί μόνο το συνολικό ποσοστό απαιτήσεων σε βάρος της.

Κατά τη διαδικασία παρέστησαν για την εταιρεία και τους εγγυητές οι δικηγόροι κ.κ. Στέλιος Αλεξανδρής και Αλέξανδρος Κοντογεωργίου, οι δικηγόροι τράπεζας κ.κ. Νικόλαος Πέρος και Έλενα Βενιζέλου, για τους εργαζόμενους οι κ.κ. Αναστάσιος Διάκος και Γιάννης Καραμιχάλης, για το Ελληνικό Δημόσιο η κα Μαρία Ελευθερίου, για το ΕΦΚΑ η κα Μαίρη Μητσού με αντίδικους τους δικηγόρους κ.κ. Παντελή Αποστολά και Ιωάννη Παντελίδη.

Όπως αναφέρεται μεταξύ άλλων στην αίτηση, «το ξέσπασμα της χρηματοπιστωτικής κρίσης και η παρατεταμένη ύφεση της ελληνικής οικονομίας, ανέτρεψαν πλήρως το σκηνικό στην αγορά εν γένει δίχως να αφήσει ανεπηρέαστο  τον κλάδο των ξενοδοχειακών εκμεταλλεύσεων ειδικά κατά τα έτη 2011 -2012 όταν και διάφορα τουριστικά πρακτορεία με έδρα τη Ρωσία κηρυχθήκαν σε πτώχευση, με αποτέλεσμα η οικονομική ζημιά που δημιουργήθηκε τα έτη αυτά να μην δύναται να αποσβεστεί ή να επανορθωθεί ομαλά μέχρι και σήμερα.

Η αρνητική αυτή κατάσταση επιτάθηκε από τα γενικότερα μέτρα που ελήφθησαν στο πλαίσιο των προγραμμάτων διάσωσης της ελληνικής οικονομίας για τη διαχείριση και ελάφρυνση του χρέους, ιδίως την περικοπή εισοδημάτων, την υπέρμετρη φορολόγηση, τη επιβολή ΦΠΑ 24% σε ακριτικά νησιά (όπως το νησί της Ρόδου),  την επιβολή τέλους διανυκτέρευσης σε συνδυασμό με την επιβολή ελέγχων στην κίνηση των κεφαλαίων (capital controls) και τέλος την αύξηση των μεταναστευτικών ροών που οδήγησαν ραγδαία τόσο στη συρρίκνωση της οικονομικής δραστηριότητας όσο και στη μείωση εισροών κεφαλαίου.

Η κερδοφόρα οικονομική πορεία της Εταιρείας επέτρεπε να λειτουργεί επικερδώς επί σειρά ετών 2006-2010, καλύπτοντας πλήρως τόσο τις λειτουργικές της ανάγκες όσο και τις εν γένει οικονομικές της υποχρεώσεις, συμπεριλαμβανομένου του αναπόφευκτου τραπεζικού δανεισμού άρρηκτα συνυφασμένου με την εκμετάλλευση υψηλής ποιότητας ξενοδοχειακών μονάδων. Συνεπεία, όμως, της σοβούσας οικονομικής κατάστασης που διατρέχει τη χώρα, και των εκτεταμένων κατασκευών που είχε αναλάβει στο πλαίσιο της ανακαίνισης των Ξενοδοχειακών μονάδων που της ανήκουν, η Εταιρεία παρουσίασε σταδιακά μερική αδυναμία να ανταποκριθεί με συνέπεια στις ανάγκες του υψολότοκου τραπεζικού δανεισμού της και στο σύνολο των οικονομικών της υποχρεώσεων.

Η εικόνα των οικονομικών της αποτελεσμάτων υπήρξε ωστόσο ανάλογη των εν γένει οικονομικών συνθηκών, και κυρίως του κλάδου του τουρισμού, ο οποίος παρουσίασε κάμψη κατά τα έτη 2011-2013 ως προκύπτει και από τους ισολογισμούς της.
Συνολικά η εταιρεία στην οποία ανήκουν τουλάχιστον δύο ξενοδοχεία στο νησί μας, οφείλει 59.272.143 ευρώ.