Το ενδιαφέρον του πρώτου κυβερνήτη

Γράφει ο Κυριάκος Ι. Φίνας

“Ήταν τέχνη του Καποδίστρια για να μακρύνει τα σύνορα και να έχει και τα σύνορά του δυναμωμένα από τους καταδρομείς των Τούρκων”
                                                                                                                                                                  Θ. Κολοκοτρώνης

Ο Ιωάννης Καποδίστριας υπήρξεν εξέχουσα διπλωματική και πολιτική προσωπικότητα του 19ου αιώνα. Αν και έχουν περάσει τους δύο αιώνες από την αρχή σταθερής ανοδικής διπλωματικής πορείας, που ξεκίνησε σε ηλικία μόλις 25 χρονών για να φθάσει σύντομα στο αξίωμα του υπουργού των Εξωτερικών της Ρωσίας και αργότερα επί 3,5 χρόνια, ως πρώτος Κυβερνήτης της Ελλάδας.

Εν τούτοις, η επί τριάντα και πάνω χρόνια, 1800-1831, ενεργός παρουσία του στα ευρωπαϊκά διπλωματικά δρώμενα, σηματοδοτεί βαρυσήμαντο ιστορικό πλαίσιο αναφοράς, καθώς και παράδειγμα αντιμετώπισης των προβλημάτων που απασχολούν τον Ελληνισμό στις ημέρες μας.

Υπήρξε, μεταξύ των πρώτων που σκόρπισαν το μήνυμα της Ενωμένης Ευρώπης, την οποία, ήδη, από το 1818 αποκαλούσε κοινή Πατρίδα, όπως ο Κωνσταντίνος Καραμανλής. 162 χρόνια αργότερα θα τονίσει ότι η ταύτισή μας με την Ευρώπη είναι μια επαναστατική αλλαγή, που έθεσε τέρμα στην “αιώνια μοναξιά”.

Ο δε ιστορικός και πολιτικός Σπύρος Μαρκεζίνης το 1972 θα τονίσει, πλέον παραστατικά: “...η Ελλάς είναι Ευρώπη και είναι ευκολότερον να εννοήσει κανείς την Ελλάδα χωρίς την Ευρώπη, όχι όμως την Ευρώπη χωρίς την Ελλάδα”.

Υπήρξε Ευρωπαίος στο πολύχρονο κοπιώδες έργο του, καθώς και στην ευαισθησία του. Και χωρίς υπερβολή, με τη διπλωματική του δεξιοτεχνία κατοχύρωσε την ουδετερότητα της Ελβετίας και θεμελίωσε το Ομοσπονδιακό σύστημα, που αποτελεί από τότε το ελβετικό πολίτευμα.

Προσωπικότητα με ζωή και σκέψη διπλωμάτη, πιστεύοντας ταυτόχρονα ότι στα μεγάλα προβλήματα των λαών, τον τελευταίο λόγο έχει η πολιτική, περισσότερο απ’ όλα.

Υπήρξε, δε, οπαδός της “πεφωτισμένης δεσποτείας”, δηλαδή, του εκσυχρονισμού της κοινωνίας και των μεταρρυθμίσεων, χωρίς, όμως, την επαναστατική παρέμβαση των λαών (1).

Ο Καποδίστριας, ήταν και έμεινε μέχρι τέλος γνήσιος Έλληνας. Υπηρέτησε με την Ορθόδοξη Ρωσική Αυτοκρατορία τίμια και ευσυνείδητα, αλλά από την υψηλή θέση που κατείχε στην κορυφή της ρωσικής διπλωματίας, την αξιοποίησε και παντοιοτρόπως βοήθησε στην αποτίναξη του τουρκικού ζυγού. 

Και ως Κυβερνήτης κατά την περίοδο 1828-1831, κατόρθωσε να δημιουργηθεί και να αναγνωριστεί η Ελλάδα ως ανεξάρτητο Κράτος, με υπερδιπλάσιο έδαφος αντί της αυτονομίας απλά της Πελοποννήσου υπό τον Σουλτάνο, όπως επεδίωκαν οι τότε μεγάλες Ευρωπαϊκές Δυνάμεις.

Επιπλέον, με την εργώδη και συστηματική του προσπάθεια τέθηκαν οι βάσεις, για μια σωστή Παιδεία, ανάπτυξη όλων των παραγωγικών κλάδων, καθώς και ανασυγκρότησης του αρτιγέννητου Κράτους προς το τέλος της δεύτερης και αρχές της τρίτης δεκαετίας του 1800.

Ένα δε επίσης από τα μέτρα που σθεναρά επεδίωξε, στα πλαίσια της ευνομίας και παγίωσης της ασφάλειας, ήταν και η πάταξη της πειρατείας στο Αιγαίο. Αν και στην περιοχή αυτή στα χρόνια της Επανάστασης, όπως και στα ομηρικά, καθώς αναφέρει ο ιστορικός Απόστολος Βακαλόπουλος, είχε κυριαρχήσει η αντίληψη, ώστε τον πειρατή όχι μόνο δεν τον ντρόπιαζε το έργο του, αλλά μάλλον τον δόξαζε. (Θουκυδίδης: “...ουκ έχοντος πιο αισχύνην τούτου του έργου, φέροντας δε τι και δόξης μάλλον” (2).

Εθυσίασε τον χρόνο του, την υγεία του, τις απολαύσεις του και ό,τι διέθετε για την Ελλάδα, όπως αναφέρει ο Τσάρος Νικόλαος προσπάθησε να τον αποτρέψει από την απόφασή του να αναλάβει το αξίωμα που του ανέθεσε η Γ’ Εθνική Συνέλευση της Τροιζήνας, τονίζοντάς του τους κινδύνους και τις τρομερές δυσκολίες, που θα συναντούσε, ο Καποδίστριας τού απάντησε: “Η απόφασή μου είναι αμετάκλητη.

Πάνω απ’ όλα ανήκω στη χώρα μου”. Και καθώς σχολιάζει η αείμνηστη ιστορικός Ελένη Κούκου, η οποία έχει διατρίψει σε βάθος τη ζωή και το έργο του Καποδίστρια: “,,,γενναία απάντηση υπερήφανου πατριώτη, που θα αρκούσε για να αποστομώσει όσους τον κατηγόρησαν και θα τον κατηγορήσουν έντονα αργότερα για ρωσοφιλία”.

Όσο περνάνε τα χρόνια και διάφορα νέα στοιχεία έρχονται στη δημοσιότητα, αναμφισβήτητο γεγονός παραμένει ότι η προσήλωσή του στη Ρωσία, η οποία τότε δεν είχε πανσλαυϊκό χαρακτήρα, οφειλόταν στην πεποίθησή του πως μέσω της Ρωσίας θα επιτυγχανόταν η προώθηση των ελληνικών συμφερόντων. Γεγονός που επαληθεύτηκε, καθόσον την περίοδο εκείνη η πολεμική επέμβαση της τελευταίας κυρίως έκαμψε οριστικά την τουρκική αντίσταση στο εθνικό μας ζήτημα.

Ο Ιωάννης Καποδίστριας και τα Δωδεκάνησα
Ο Ιωάννης Καποδίστριας στις 3 Οκτωβρίου του 1827 απαντώντας σε γραπτό ερωτηματολόγιο του Άγγλου υφυπουργού του Πολέμου και των Αποικιών Όρτον και προσδιορίζοντας τα όρια της Ελλάδας, τα τοποθετεί από την Πελοπόννησο ως τη Θεσσαλία και τη Μακεδονία και περιλαμβάνει, εκτός από τα νησιά του Ιονίου, την Κρήτη, τα νησιά του Αιγαίου και τη Μικρά Ασία.

Σε ιδιωτικές, δε, συνομιλίες υπογράμμιζε την ανάγκη να μην εγκαταλείπουν και οι σκλαβωμένοι τότε Δωδεκανήσιοι τα πατρώα εδάφη, προκειμένου να μην αλλοιωθεί ο εθνολογικός χαρακτήρας των νησιών. Ως είναι γνωστό τα νησιά του Αιγαίου, εάν εξαιρέσουμε τις Κυκλάδες, που ενσωματώθηκαν στο νέο Ελληνικό Κράτος με τη Συνθήκη του Λονδίνου του Φεβρουαρίου του 1830, παρέμειναν σκλαβωμένα για πολλά χρόνια. Τα νησιά του Βορείου Αιγαίου μέχρι το 1912, τα δε Δωδεκάνησα μέχρι το 1945.

Εξάλλου, συγκεκριμενοποιώντας περισσότερο και τη σκέψη του και εντοπίζοντας την αναφορά στην ελληνικότητα της Ρόδου και των λοιπών νησιών υπογράμμισε, μεταξύ των άλλων: “... Όσων, δε, περί των Νήσων και η ιστορία και τα Μνημεία της Αρχαιότητας, όλα εν ενί λόγω επιμαρτυρούσαν ότι η Ρόδος, η Κύπρος και τόσαι άλλαι νήσοι είναι της Ελλάδας διαμελίσματα”.

Η μέριμνα του Καποδίστρια αφότου ανέλαβε ως Κυβερνήτης, ιδιαίτερα κατά τις διαβουλεύσεις που άρχισαν από το 1827 μέχρι της υπογραφής του Πρωτοκόλλου του Λονδίνου του 1830, ότε έγινε ο τελικός καθορισμός, απέβλεπε στο να καταστήσει το ελληνικό ζήτημα, κατά τινά τρόπον περισσότερο διεθνές.

Ως υποστηρίζει, επί του προκειμένου, και ο ιστρικός του Έθνους, Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος, οι επεμβάσεις του Καποδίστρια ήσαν επίκαιρες και χωρίς αυτές, είναι πολύ αμφίβολο, εάν και τότε θα είχε φθάσει σε πέρας ο απελευθερωτικός αγώνας. Ενώ από τον Φεβρουάριο του 1830, με την εγγύηση των Μεγάλων Δυνάμεων, η Ελλάδα απετέλεσε ένα Κράτος Ανεξάρτητο.

Δεν πρέπει, δε, να παραβλέπεται και ότι, όσον αφορά την τύχη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, του Μεγάλου Ασθενούς, όπως καθιερώθηκε να αποκαλείται στη διπλωματική γλώσσα οι επιδιώξεις των Μεγάλων Δυνάμεων, κυρίως της Αγγλίας και Ρωσίας ήταν εκ διαμέτρου αντίθετες.

Η Μεγάλη Βρετανία επεδίωκε την ακεραιότητά της, προκειμένου να αποτρέπεται ο κίνδυνος να φέρει τη Ρωσία στη Μεσόγειο, ενώ από την άλλη πλευρά η Ρωσία ήθελε την συντριβή της για να επεκταθεί εδαφικά. Επόμενο, ως εκ τούτου, ήταν η συμπεριφορά του Καποδίστρια την περίοδο εκείνη να επηρεάζεται και να δεσμεύεται από τις επιρροές και τους ανταγωνισμούς της Αγγλίας, Γαλλίας και Ρωσίας.

Δυστυχώς, όμως, παρά τις προσπάθειες του Καποδίστρια στην χάραξη των συνόρων δεν συμπεριλήφθηκαν τα Δωδεκάνησα. Περιλήφθηκε ολόκληρη η Εύβοια μετά της Σκύρου και οι γύρω νησίδες, οι Κυκλάδες, ως και η Αμουργός.

Με την άφιξη του Κυβερνήτη στην Ελλάδα, ήδη από τον Ιανουάριο του 1828, αρχίζουν να κινητοποιούνται οι Ροδίτες, οι Νισύριοι και οι Κάσιοι και με αναφορές τους προς τον Καοδίστρια τις οποίες κοινοποιούσαν και προς τους αντιπρέσβεις των Μεγάλων Δυνάμεων, ζητούν να απαλλαγούν από τον Τουρκικό ζυγό.

Ακολούθησαν και ο Πάτμιοι και οι Καρπάθιοι (2). Συγκεκριμένα οι αντιπρόσωποι των Καρπαθίων Χατζηηλίας Οικονόμου και Γεώργιος Ψαρουδάκης με αναφορά τους προς την Δ’ Εθνοσυνέλευση απευθύνονται στον Καποδίστρια, ενόψει των διαβουλεύσεων που γίνονταν, ώστε η ιδιαίτερη Πατρίδα τους να μην αποσπαστεί από την “ολομέλειαν της Ελλάδος” (3).

Οι Συμαίοι και αυτοί δραστηριοποιούνται και αφού τον συγχαίρουν για την εκλογή του, ως πρώτο Κυβερνήτη της Ελλάδας του ζητούν να προσπαθήσει να περιληφθεί και η Σύμη, καθώς και τα υπόλοιπα νησιά της Δωδεκανήσου στην Ελεύθερη Ελλάδα.

Ο Καποδίστριας με επιστολή, 20 Οκτωβρίου 1828 γράφει προς τους προκρίτους του νησιού, μεταξύ των άλλων: «...αποδέχθημεν με άκραν συμπάθειαν τας ευχάς σας. Δεν αμφιβάλλετε, βέβαια, ότι ηθέλαμεν αισθανθή μεγάλην ευχαρίστησιν δια την συμπερίληψιν των νησιών σας εις την Ελευθέραν Ελλάδα. Αλλά, άλλως έδοξεν εις τας Συμμαχικάς Αυλάς. Εν τοσούτω ζείτε ειρηνικώς, πεποιθότες εις την Θείαν Πρόνοιαν». (4).

Ο Καποδίστριας έχοντας υπόψη όλες τις προαναφερθείσες εκκλήσεις των Δωδεκανησίων απευθύνθηκε και προς τον Πρίγκιπα Λεοπόλδο, ο οποίος προοριζόταν για Βασιλιάς του Ανεξάρτητου Κράτους της Ελλάδας, σύμφωνα με τα αποφασισθέντα στη Διάσκεψη του Λονδίνου της 3 Φεβρουαρίου του 1830 και του εφιστούσε την προσοχή για να μεσολαβήσει ικανοποίησης των πόθων των Δωδεκανησίων.

Συγκεκριμένα στο υπόμνημά του, εκτός των άλλων τονίζει: «...πώς είναι δυνατόν να αποξενωθούν από τη Στερεά Ελλάδα Επαρχίες που περικλείουν 100.000 ηρωϊκούς κατοίκους, που πολές φορές συγκράτησαν το χείμαρρο των κατά της Ελλάδος τουρκικών στρατευμάτων και πώς είναι δυνατόν ν’ αποκλεισθούν άλλοι, επίσης, ένδοξοι προμαχώνες της Ελλάδος τα νησιά: Κρήτη, Σάμος, Ψαρά και Κάσος;»

Το ενδιαφέρον του Καποδίστρια για τα Δωδεκάνησα εκδηλώθηκε, επίσης έμπρακτα και ενωρίτερα, το 1823, όταν το “Τάγμα Ιπποτών” του Αγίου Ιωάννου των Ιεροσολύμων, πρότεινε στην Ελληνική Επαναστατική Κυβέρνηση να της χορηγήσει δάνειο τεσσάρων εκατομμυρίων φράγκων για τις ανάγκες διεξαγωγής του απελευθερωτικού Αγώνα.

Σε αντάλλαγμα οι επικεφαλής του Τάγματος ζητούσαν να τους δοθούν τα νησιά του Αιγαίου: Ρόδος, Κάρπαθος και Αστυπάλαια για να εγκατασταθούν μετά την Απελευθέρωσή τους και προσωρινά νησάκια στη νοτιοδυτική ακτή της Πελοποννήσου, ως και η Σύμη. Μόλις το πληροφορήθηκε ο Καποδίστριας, διαβλέποντας τους σκοτεινούς σκοπούς του Τάγματος απευθύνθηκε με δραματική επιστολή του προς τον φλογερό και ανιδιοτελή φιλέλληνα Ιωάννη-Γαβριήλ Εϋνάρδο και προλαμβάνει έγκαιρα και αποτελεσματικά το επαπειλούμενο ανοσιούργημα κατά της Ελλάδας και του δωδεκανησιακού συμπλέγματος.

Ο μακαρίτης Δωδεκανήσιος Καθηγητής της Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών Εμμανουήλ Πρωτοψάλτης σε Μελέτη του το 1952 υπό τον τίτλο “Κατακτητικαί βλέψεις των Μελιταίων Ιπποτών επί των Ελληνικών νησιών του Αιγαίου”, γράφει επί του προκειμένου: «...εάν η Ελληνική Κυβέρνηση έκανε την ανοησία ν’ αποδεχθεί τις προτάσεις του Τάγματος, η διαίρεση ανάμεσα στα νησιά και τη Στερεά θα ήταν ολοκληρωτική.

Η Στερεά θα έμενε στους Τούρκους ή τους Οσποδάρους. Το δε Ελληνικό Έθνος, όπως έγραφε και ο Καποδίστριας, θα θαβόταν για δύο αιώνες».

Στενός και χρήσιμος συνεργάτης του Καποδίστρια, κατά τη διάρκεια της κυβερνητικής του θητείας διετέλεσε ο Δωδεκανήσιος, από τη Ρόδο, ο Παναγιώτης Γ. Ρόδιος. Ο Ρόδιος είχε λάβει ενεργός μέρος από τις πρώτες ημέρες του ξεσηκωμού του Γένους και συγκαταλέγεται στις εξέχουσες πολιτικές και στρατιωτικές προσωπικότητες που έχει να παρουσιάσει ο Ελληνισμός. Και με τις γνώσεις και ικανότητές του βοήθησε και συμπαραστάθηκε πιστά στον Κυβερνήτη στις στρατιωτικές υποθέσεις του αρτιγέννητου Κράτους.

Ο Καποδίστριας, εκτιμώντας τον Άνδρα τον διώρισε Υπουργό των Στρατιωτικών. Επί Υπουργίας του ιδρύθηκε, το Δεκέμβριο του 1828, η Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων. Ο Ρόδιος έμενε απέναντι από την Εκκλησία του Αγίου Σπυρίδωνα του Ναυπλίου, εκεί που άδικα δολοφονήθηκε ο Κυβερνήτης στις 27 Σεπτεμβρίου 1831 από τους Γεώργιο και Κωνσταντίνο Μαυρομιχάλη. Αναφέρεται(5), ότι προτού μπει στην Εκκλησία ο Καποδίστριας, μόλις αντίκρυσε τους Μαυρομιχαλαίους, κοντοστάθηκε κι εγύρισε το κεφάλι του στο σπίτι του Υπουργού Ρόδιου, σαν να αναζητούσε κάποιον για προστασία.

Τελικά, τα Δωδεκάνησα προσαρτήθησαν στην Ελλάδα το 1947, αφού εν τω μετξαύ, μεσολάβησαν τόσες ιστορικές συγκυριακές παλινδρομήσεις και η ανθρωπότητα πέρασε από δύο Παγκόσμιους ολέθριους Πολέμους.

Υποσημειώσεις:
1) Ελένη Κούκου: «Ιωάννης Καποδίστριας». Βραβείο Ακαδημίας Αθηνών. Αθήνα 1997. 2) Απόστολος Ε. Βακαλόπουλος Ιστορία του Νέου Ελληνισμού. Θεσσαλονίκη 1988. 3) Εμμανουήλ Γ. Πρωτοψάλτης. Οι απελευθερωτικοί αγώνες των Δωδεκανησίων, «Δωδεκανησιακόν Αρχείον». Τεύχος 2/1956. 4) Θεοφ. Μπογιάνος «Πρόοδος Δωδεκανήσου», 3.2.1999. 5) Χ. Ι. Παπαχριστοδούλου. Ιστορία της Ρόδου. Αθήνα 1972.