Eικαστικές διαδρομές αποκαλόκαιρου

Γράφει η
Αθηνά Σχινά*

στην εφημερίδα “Δημοκρατία”

 

Το Μουσείο Νεοελληνικής Τέχνης Ρόδου απαρτίζεται από τέσσερις Πινακοθήκες, που παρουσιάζουν μια αξιοσημείωτη εικαστική δραστηριότητα όλο τον χρόνο, με σημαντικές εκθέσεις και ανάλογα πολιτισμικά αφιερώματα, τουλάχιστον κατά την περίοδο των τελευταίων επτά ετών.

Για τη χρηστή λειτουργία και τις απαιτητικές, όσο και πολλαπλής φύσεως υποστηρικτικές -και όχι μόνο- φροντίδες των Πινακοθηκών αυτών είναι περισσότερο από ουσιώδης ο διοικητικός ρόλος του προέδρου κ. Νίκου Φρόνα (εκτός από εκείνον του καλλιτεχνικού διευθυντή κι επιμελητή των εκθέσεων, στον δικό του βέβαια τομέα). Οφείλουμε ωστόσο να τονίσουμε την ανιδιοτελή συνδρομή του κ. Φρόνα (όπως και του καλλιτεχνικού διευθυντή), κυρίως όμως εκείνου, όσον αφορά τον έγκαιρα σχεδιασμένο, στον υπεύθυνο και μεθοδευμένο συντονισμό που απαιτείται αλλά και στην καθημερινά πολύπλευρη κάλυψη οργανωτικών και υλικοτεχνικών αναγκών, παρά τις ποικίλες και μάλιστα τις δυσχερείς όσο και αντίξοες πολλές φορές συνθήκες που ο πρόεδρος αυτός αντιμετωπίζει.

Πρόκειται για μια πραγματικότητα που δεν κρύβει γοητεία και άποψη (πράγμα που θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς πως θα ήταν, ενδεχομένως, μέχρι και ευχάριστο), αλλά η θέση αυτή υπαγορεύει, από τη φύση της, γνώση και συναίσθηση, ετοιμότητα και αποφασιστικότητα, εργασιακή πρακτικότητα κι αίσθηση καθήκοντος, καθώς δεν σχετίζεται -προνομιακά- με την αισθητική ομορφιά και με τον πνευματικό προβληματισμό που υπαγορεύουν τα έργα τέχνης, αλλά με τις απαραίτητες πρωτοβουλίες που πρέπει υπεύθυνα να αναληφθούν την καίρια ώρα. Σχετίζεται με τις αναγκαίες επίσης εργασίες που με απουσία πόρων οφείλουν -χωρίς εξωραϊσμούς και υπεκφυγές- να γίνονται, όσο και με τις ψυχοφθόρες προϋποθέσεις που απαιτεί, ως προς τη λειτουργική της ολοκλήρωση, μια κάθε φορά επιτυχημένη εν τέλει έκθεση, γεγονός που δεν φαίνεται -δυστυχώς- στο αποτέλεσμα κι έτσι δεν αναγνωρίζεται ο ρόλος του προέδρου επαρκώς ή όσο τουλάχιστον θα έπρεπε, από τους ιθύνοντες.

ANTΩΝΗΣ ΑΠΕΡΓΗΣ
Στην ευρύχωρη Πινακοθήκη του Νεστοριδείου Μελάθρου (του εν λόγω Mουσείου), τη γνωστότερη με την επωνυμία «Νέα Πτέρυγα», υπάρχει επισκέψιμο -καθ’ όλη τη διάρκεια του καλοκαιριού και τον Σεπτέμβριο, για τους πολυπληθείς θεατές και φιλοτέχνους της Ρόδου- ένα αντιπροσωπευτικό αφιέρωμα στον πρόσφατα εκλιπόντα ζωγράφο Αντώνη Απέργη (1938-2018).

Για τον Αντώνη Απέργη δεν υπήρχε υλικό ή τεχνική που να μην μπορούσε να τα αξιοποιήσει κατάλληλα και συνδυαστικά, στο μέτρο, στον βαθμό και στις ποιότητες που ήθελε να τα αναδείξει, μέσα από το ιδιαίτερο κλίμα που κάθε φορά ήθελε να δημιουργήσει, τονίζοντας με αισθαντικότητα το ευδιάκριτα προσωπικό ύφος των έργων του. Εμπνεόταν από τη φύση και την υποβόσκουσα οδύνη ή τη μυστηριωδώς αέρινη, όσο και φωταυγή μελαγχολία της ανθρώπινης απουσίας. Άλλοτε πάλι εμπνεόταν από ποικίλα ερεθίσματα, εκφράζοντας τα ίχνη, μπορεί και τις υποψίες κάποιας ακαθόριστης ανθρώπινης παρουσίας ή τις πολιτισμικές της αναφορές στο διάβα του Σπουδαίες εκδηλώσεις για τους φιλότεχνους της Ρόδου. Επομένως η προσοχή του συχνά εστιαζόταν στην «εικονοποίηση» όχι των προκλήσεων (που αφορμή στοχασμού και ενατένισης του προσέφερε η καθημερινότητα), αλλά των ιδιοτήτων που διαισθανόταν και των φαινομένων που πήγαζαν από συμβολισμούς και αλληγορίες.

Στα έργα του Αντώνη Απέργη ο θεατής έρχεται σε επαφή με τον διάλογο μνημειακότητας και λεπτομέρειας, καθώς αυτός προβάλλεται μέσα από τη λειτουργία του εφήμερου, αλλά ταυτοχρόνως και της τυχαίας ή της νομοτελειακής επαναφοράς διάφορων αρχετύπων. Πρόκειται για όψεις και συμπεριφορές αρχετύπων ή παλαιών θραυσμάτων και καταλοίπων του διαπολιτισμικού μας παρελθόντος, που περιλαμβάνονται στο υποσυνείδητο κι αναφύονται απροσδόκητα μέσα από τις πραγματικότητες που βιώνουμε, όπως αυτές φαντάζουν στα όνειρα αλλά και στις στιγμές της εγρήγορσης. Αυτές οι «εικονοποιήσεις» στα ζωγραφικά έργα του Αντώνη Απέργη παρουσιάζονται μέσα από τα ενδεχόμενα της «κυκλοφορίας» τους, στις φλέβες της ψυχικής μας ενδοχώρας, στα παλίμψηστα της μνήμης μας, στη φαντασία και στις πιθανές επιθυμίες μας, στη νοσταλγία και στις νέες κάθε φορά αναπολήσεις μας, γεφυρώνοντας αναπάντεχα την ατομικότητα με τη συλλογικότητα.

Η ατμόσφαιρα των έργων του συγκεκριμένου καλλιτέχνη ήταν και παραμένει ανθεκτική στον χρόνο, γιατί είναι υποβλητική, διαποτισμένη με ποιητική ελεγεία, μέσα από την οποία ισορροπεί το λυρικό με το δραματικό στοιχείο, ο ρυθμός και η εκάστοτε υφολογία που επιλέγει ο Αντώνης Απέργης να αποδώσει, καθώς συνομιλεί στη ζωγραφική του ο ρεαλισμός με τον εξπρεσιονισμό, η ευφροσύνη με τη χαρμολύπη, ο σουρεαλισμός με τη χειρονομιακή αφαίρεση, η μέθη της ζωής με το ζωτικό πλάνεμα του νου, μετατρέποντας κάθε ερωτηματικό που αναφύεται (μέσα από τα αντικείμενα-σύμβολά του) σε θαυμαστικό.

Ο,τι παριστάνεται άλλωστε στα έργα του από υπόθεση -μπορεί να πει κανείς- ενός σεναρίου, που διαμορφώνει η καθημερινότητα του προφανούς, μεταμορφώνεται σε σκηνικό αποκαθήλωσης της υλικότητας που το δεσμεύει, καθώς αισθητικά αυτό δρομολογείται προς την οπτασία. Κυρίως ένα θαυμαστικό είναι εκείνο που κρύβεται, σαν αδιόρατη έκπληξη, στα ύφαλα της γλώσσας των εικαστικών μορφών του Αντώνη Απέργη, μα περισσότερο εκείνο φωλιάζει στα παραλειπόμενα και στους ψιθύρους της: Εκείνους που υποθάλπουν την απορία και το αίνιγμα, σε ό,τι εμπεριέχει το τραύμα και το θαύμα κάθε αποδοχής κι υπέρβασης από τη φθαρτότητα και τη λησμονιά.

ΜΑΡΙΑ ΚΤΙΣΤΟΠΟΥΛΟΥ
Σε μια άλλη από τις τέσσερις Πινακοθήκες του Μουσείου Νεοελληνικής Τέχνης του Δήμου Ρόδου, σε εκείνη που βρίσκεται στην καρδιά της Μεσαιωνικής Πόλης και στο επιλεγόμενο «Συσσίτιο», ένα υποδειγματικά συντηρημένο κτίσμα της Ιπποτοκρατίας του 14ου αιώνα, εκθέτει ως τα τέλη Οκτωβρίου μια σειρά από χαρακτηριστικά ζωγραφικά έργα της η Μαρία Κτιστοπούλου, με τίτλο «Χώμα και Νερό».

Η Μαρία Κτιστοπούλου, ζωγραφίζοντας τα τοπία της ζωής που μας περιβάλλει αλλά και του ψυχισμού με τον οποίο τα αισθανόμαστε, διαμορφώνει στον θεατή ασυναίσθητα μια αγωγή του βλέμματος: Ενός βλέμματος πολυδιάστατου, διερευνητικού κι ευαίσθητου, που αφυπνίζει την αφή και παράλληλα την οσμή, τη γεύση και την ακοή, οι οποίες συλλειτουργούν άλλωστε, μέσα από μια βαθύτερη νοσταλγία, που την εκπέμπει κάθε εικόνα της ζωγράφου.

Παρότι η νοσταλγία γνωρίζουμε ότι συνδέεται ή χαρακτηρίζει τη σχέση με το παρελθόν, εντούτοις στους πίνακες της γνωστής και καταξιωμένης αυτής εικαστικής δημιουργού εμφανίζεται πηγαία ανάμεικτη με την ευφροσύνη, που η παρατήρηση του παρόντος και της αναπάντεχης καθημερινότητας γεννά, όπως άλλωστε και η ίδια η ρυθμικά δυναμική, αλλά πάντα μελετημένη ζωγραφική χειρονομία της Μ. Κτιστοπούλου. Τα θέματά της, που διαθέτουν αντιθετικά εναρμονιζόμενες εντάσεις και υφέσεις, τα διαπνέει μια ζωτική λαχτάρα, η οποία μετατρέπει καθετί γνώριμο και οικείο σε άπιαστο και ονειρικό, κάθε κοντινό και προσεγγίσιμο σε φευγαλέο και μακρινό, πάντοτε όμως επιθυμητό γεγονός της πλάσης.

Μέσα από έναν μεταμοντέρνο ρεαλισμό, συνδυασμένο με εξπρεσιονιστικά, με ιμπρεσιονιστικά και με pop art στοιχεία γραφής, κυρίως όμως μέσα από μια οπτική αφηγηματικότητα, που διεγείρει τη συγκίνηση χωρίς να διασπά -όπως σε πολλά σύγχρονα εικονιστικά έργα- τις δομές και τους συνειρμούς της αληθοφάνειας, η μεσογειακή και κατά βάση η ελληνική φύση ξεπερνά κατά πολύ την περιγραφικότητα, διαμορφώνοντας ενδιαφέροντες διαλόγους. Οι διάλογοι αυτοί εμψυχώνονται από τα τονικά φώτα, το σκοτάδι και τα υποβλητικά χρώματα της Μαρίας Κτιστοπούλου, ένα γνώρισμα που στα έργα της αποκαθηλώνει κάθε υλικότητα και στατικότητα, δίνοντάς τους μια διάσταση υπερβατικότητας.

*Ιστορικός της Τέχνης & της Θεωρίας του Πολιτισμού