Η εγγραφή στον προϋπολογισμό των πολεμικών  αποζημιώσεων και του κατοχικού δανείου

Γράφει ο Ηλίας Κ. Κυπραίος             
Πολιτευτής Δωδεκανήσου


Στα οικονομικά σεμινάρια που είχα την ευκαιρία τον τελευταίο καιρό να παρακολουθήσω στο εξωτερικό, ευτύχησα να ακούσω και τους «Γκουρού» της οικονομίας και των αγορών και ομολογώ ότι με εντυπωσίασε το γεγονός ότι δεν είχουν μόνο πλήρη και λεπτομερή ενημέρωση για την οικονομική κατάσταση στην Ελλάδα, αλλά προτείνουν και έτοιμες αξιόπιστες και αποτελεσματικές λύσεις, τις οποίες χαρακτηρίζουν αυτονόητες, με την προσθήκη της εύλογης απορίας για τη μέχρι τώρα μη εφαρμογή τους.

Στις συζητήσεις κυριάρχησε αφενός το θέμα των βεβαιωμένων, δικαστικά και με πιστοποιητικά τελεσιδικίας,  δίκαιων οικονομικών αξιώσεων της Ελλάδας για τα θύματα και τις καταστροφές της ναζιστικής περιόδου και αφετέρου το ανεξόφλητο μέχρι τώρα κατοχικό δάνειο.  

Ειδικότερα, οι τελεσίδικες δικαστικές αποφάσεις για τα θύματα και τις καταστροφές της ναζιστικής περιόδου, μολονότι αυτές έχουν περιαφεί τον τύπο της αναγκαστικής εκτέλεσης, εντούτοις προσέκρουσαν στη δυνατότητα που παρέχεται από τον νόμο στον  εκάστοτε υπουργό της να αναστείλει την εκτέλεσή τους.

Κατά τους καταξιωμένους αυτούς οικονομολόγους, το γεγονός αυτό δεν εμποδίζει την Ελλάδα να σπεύσει αμέσως να εγγράψει στον δημόσιο προϋπολογισμό του τρέχοντος έτους 2019 τόσο τις αποζημιώσεις, όσο και το κατοχικό δάνειο.

Παρόλο που τα οφειλόμενα ποσά δεν έχουν ακόμη εισπραχθεί από την Ελλάδα, η εγγραφή τους στον προϋπολογισμό είναι επιβεβλημένη και απολύτως νόμιμη, σύμφωνα  με τους παγκόσμιους δημοσιονομικούς κανόνες.

Η ελληνική κυβέρνηση θα πρέπει να ενημερωθεί για το θέμα και  να ενημερώσει επίσης και τους δανειστές της, ενισχυόμενη και από το γεγονός ότι τα χρήματα αυτά δεν είναι επισφαλείς, αλλά με εξασφαλισμένη την είσπραξή τους οφειλές και μάλιστα από ένα εύρωστο οικονομικά κράτος, όπως είναι η ενοποιημένη πλέον Γερμανία.

Η εν λόγω ενέργεια της ελληνικής κυβέρνησης όχι μόνο ισοσκελίζει, αλλά και καθιστά πλεονασματικό τον δημόσιο  προϋπολογισμό και αποκαθιστά τα καταφερθέντα μέχρι τώρα στην Ελλάδα βαρέα πλήγματα.

Η περαιτέρω ανάλυση, οι επαφές και οι λοιπές απαιτούμενες κινήσεις, ανήκουν στη δικαιοδοσία των εξειδικευμένων οικονομολόγων με την αποδεδειγμένη άριστη επιστημοσύνη.